71 αποτελέσματα για «宗»

宗和流 そうわりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή Σόουα της ιαπωνικής τελετής τσαγιού
宗旦流 そうたんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή τσαγιού Σοτάν
宗教法人法 しゅうきょうほうじんほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί θρησκευτικών νομικών προσώπων
宗教2世 しゅうきょうにせい

ουσιαστικό

  1. 01 πιστοί δεύτερης γενιάς, άνθρωποι που ακολουθούν τη θρησκεία των γονιών τους
宗風 しゅうふう

ουσιαστικό

  1. 01 έθιμα μιας θρησκευτικής αίρεσης, δόγμα
  2. 02 τεχνοτροπία μιας σχολής (π.χ. τέχνης)
宗教裁判所 しゅうきょうさいばんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτικό δικαστήριο
  2. 02 Ιερά Εξέταση
宗教者 しゅうきょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτικός ηγέτης, θρησκευτική προσωπικότητα, θρησκευόμενος
宗教観 しゅうきょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτική κοσμοθεωρία, στάση απέναντι στη θρησκεία, αντίληψη για τη θρησκεία
宗教国家 しゅうきょうこっか

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτικό κράτος, θεοκρατία
宗師 そうし

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλος δάσκαλος (π.χ. μιας τέχνης), κορυφαία αυθεντία, σεβαστός δάσκαλος
  1. 01 θρησκεία
  2. 02 αίρεση, σέκτα
  3. 03 θρησκευτικό δόγμα
  4. 04 κύριο σημείο
  5. 05 καταγωγή, προέλευση
  6. 06 ουσία