66 αποτελέσματα για «客»
客月 きゃくげつ
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 περασμένος μήνας
客先開発プログラム きゃくさきかいはつプログラム
ουσιαστικό
- 01 πρόγραμμα ανάπτυξης στον πελάτη, fdp
客冬 かくとう
ουσιαστικό
- 01 προηγούμενος χειμώνας
客員教員 かくいんきょういん
ουσιαστικό
- 01 καθηγητής επισκέπτης, διδάσκων επισκέπτης
客入り きゃくいり
ουσιαστικό
- 01 προσέλευση, κοινό, αριθμός πελατών
客
- 01 φιλοξενούμενος, καλεσμένος
- 02 επισκέπτης
- 03 πελάτης
- 04 πελάτης