84 αποτελέσματα για «宿»

宿意 しゅくい

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιά γνώμη, παλιά έχθρα
宿便 しゅくべん

ουσιαστικό

  1. 01 κόπρανα που παραμένουν για μεγάλο διάστημα στο έντερο, κοπρόσταση
宿銭 やどせん

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα διαμονής, χρεώσεις ξενοδοχείου, τιμή δωματίου
宿曜道 すくようどう

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή αστρολογίας βασισμένη στο Σουκυγιο-κιο (που εισήχθη στην Ιαπωνία κατά την περίοδο Χεϊάν)
宿根草 しゅっこんそう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυετές φυτό
宿根 しゅっこん

ουσιαστικό

  1. 01 μοίρα προδιαγεγραμμένη από προηγούμενη ύπαρξη
宿泊人 しゅくはくにん

ουσιαστικό

  1. 01 ένοικος, φιλοξενούμενος, πελάτης ξενοδοχείου
宿運 しゅくうん

ουσιαστικό

  1. 01 μοίρα, πεπρωμένο
宿泊税 しゅくはくぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος διαμονής, φόρος κλινών, φόρος πρόσκαιρης κατοίκησης, φόρος καταλύματος
宿借り ヤドカリ

ουσιαστικό

  1. 01 καρκινοειδές ερημίτης
  2. 02 ενοικίαση κατοικίας
  3. 03 ενοικιαστής, ένοικος
宿曜経 すくようきょう

ουσιαστικό

  1. 01 Σουκουγιοκιό (ινδουιστικό αστρολογικό κείμενο γραμμένο από τον Αμογκαβάτζρα)
宿引き やどひき

ουσιαστικό

  1. 01 προαγωγός ξενοδοχείων ή πανδοχείων
宿曜 すくよう

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή αστρολογίας βασισμένη στο Σουκυοτζίν
宿恨 しゅくこん

ουσιαστικό

  1. 01 παλιά έχθρα, παλιός λογαριασμός
宿泊数 しゅくはくすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός διανυκτερεύσεων σε κατάλυμα
宿命通 しゅくみょうつう

ουσιαστικό

  1. 01 γνώση προηγούμενων ζωών (μία από τις έξι υπερφυσικές βουδιστικές δυνάμεις, σιουκουμιότσου)
宿悪 しゅくあく

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιά κακά, κακά που διαπράχθηκαν σε προηγούμενη ζωή
宿弊 しゅくへい

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνια κατάχρηση, ριζωμένο κακό
宿学 しゅくがく

ουσιαστικό

  1. 01 διακεκριμένος λόγιος
宿木鶇 やどりぎつぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 τσιχλόκερδο (Turdus viscivorus), τσιχλόκερδο, τσιχλόκερδο