108 αποτελέσματα για «寄»

寄付金を募る きふきんをつのる

άλλο, ρήμα

  1. 01 απευθύνω έκκληση για συνεισφορές, συγκεντρώνω δωρεές
寄せ植え よせうえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λουλούδια φυτεμένα μαζί σε κοινή γλάστρα
寄生蜂 きせいばち

ουσιαστικό

  1. 01 παρασιτοειδής σφήκα, παρασιτική σφήκα, παρασιτική μέλισσα
寄生虫症 きせいちゅうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 παρασιτική νόσος, παρασίτωση
寄せ掛ける よせかける

ρήμα

  1. 01 στηρίζω, ακουμπώ επάνω σε κάτι
寄り倒し よりたおし

ουσιαστικό

  1. 01 ρίψη αντιπάλου με σπρώξιμο ενώ κρατάς τη ζώνη του
寄宿寮 きしゅくりょう

ουσιαστικό

  1. 01 οικοτροφείο, εστία, κοιτώνας
寄贈品 きぞうひん

ουσιαστικό

  1. 01 δώρο, δωρεά
寄書 きしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεισφορά (σε εφημερίδα, περιοδικό, κ.λπ.)
  2. 02 αποστολή επιστολής, επιστολή
寄稿者 きこうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αρθρογράφος, συντάκτης (άρθρων)
寄せ波 よせなみ

ουσιαστικό

  1. 01 εισερχόμενο κύμα, σερφ, παλιρροϊκό κύμα, μεγάλο κύμα που σπάει στην ακτή, άτομο που αναζητά αντικείμενα στην ακτή
寄付行為 きふこうい

ουσιαστικό

  1. 01 πράξη δωρεάς ή χορηγίας
寄贈者 きぞうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δωρητής, ευεργέτης, εισφορέας
寄り身 よりみ

ουσιαστικό

  1. 01 σπρώξιμο του αντιπάλου προς τα έξω με το σώμα
寄生虫学 きせいちゅうがく

ουσιαστικό

  1. 01 παρασιτολογία, ελμινθολογία
寄稿家 きこうか

ουσιαστικό

  1. 01 αρθρογράφος, συνεργάτης κειμενογράφος
寄せ太鼓 よせだいこ

ουσιαστικό

  1. 01 τύμπανα που ακούγονται το πρωί για να προσελκύσουν το πλήθος σε έναν αγώνα
寄居虫 ごうな

ουσιαστικό

  1. 01 καρκινοειδές (ερμητης κάβουρας)
寄せ算 よせざん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσθεση, άθροιση
寄留地 きりゅうち

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή κατοικία