293 αποτελέσματα για «対»

対向車線 たいこうしゃせん

ουσιαστικό

  1. 01 αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς τον οδηγό, απέναντι πλευρά του δρόμου
対陣 たいじん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράταξη στρατευμάτων
対案 たいあん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπρόταση, εναλλακτική πρόταση
対抗措置 たいこうそち

ουσιαστικό

  1. 01 αντίμετρο
対座 たいざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθιστός απέναντι από κάποιον
対抗試合 たいこうじあい

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας, τουρνουά, διασχολικός αγώνας
対義語 たいぎご

ουσιαστικό

  1. 01 αντώνυμο
対空ミサイル たいくうミサイル

ουσιαστικό

  1. 01 αντιαεροπορικός πύραυλος
対を成す ついをなす

άλλο, ρήμα

  1. 01 λειτουργώ ως αντίθετο, αποτελώ το αντίστοιχο, λειτουργώ ως δίδυμο
対角 たいかく

ουσιαστικό

  1. 01 διαγώνιος
  2. 02 απέναντι γωνία
対日 たいにち

άλλο

  1. 01 προς την Ιαπωνία, με την Ιαπωνία
対潜 たいせん

άλλο

  1. 01 ανθυποβρυχιακός
対戦成績 たいせんせいせき

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό αγώνων (μεταξύ δύο συμμετεχόντων)
対地攻撃 たいちこうげき

ουσιαστικό

  1. 01 προσβολή εδάφους, αεροπορική επιδρομή
対戦車ミサイル たいせんしゃミサイル

ουσιαστικό

  1. 01 αντιαρματικός πύραυλος
対向 たいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίθετος, αντικριστός, αντίστοιχος, αντιμέτωπος
対局者 たいきょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παίκτης (σε παιχνίδια όπως γκο, σόγκι, κ.λπ.)
対策チーム たいさくチーム

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα κρούσης, ομάδα αντιμετώπισης, απόσπασμα, μονάδα
対す たいす

ρήμα

  1. 01 αντικρίζω, είμαι στραμμένος προς κάποιον ή κάτι
  2. 02 κατευθύνομαι προς κάτι (π.χ. το μέλλον), ανταποκρίνομαι σε κάτι, σχετίζομαι με κάτι
  3. 03 υποδέχομαι (πελάτη κ.λπ.)
  4. 04 συγκρίνω με, αντιπαραβάλλω με, είμαι σε αντίθεση με
  5. 05 αντιμετωπίζω, αντιτίθεμαι, ανταγωνίζομαι
対す ついす

ρήμα

  1. 01 σχηματίζω ζευγάρι, αντιστοιχώ