70 αποτελέσματα για «尻»

尻焼烏賊 しりやけいか

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική σουπιά χωρίς αγκάθια (Sepiella japonica)
尻が長い しりがながい

άλλο

  1. 01 παρατεταμένη παραμονή επισκέπτη (π.χ. στο σπίτι ενός γείτονα)
尻棘大蜥蜴 シリトゲオオトカゲ

ουσιαστικό

  1. 01 σιριτόγκε-οτοκάγκε (Varanus tristis), φακιδωτό βαράνο
尻捲 しりまくり

ουσιαστικό

  1. 01 ανασηκώνω το κιμονό μέχρι τη μέση
尻腐れ しりぐされ

ουσιαστικό

  1. 01 σήψη του ανθικού άκρου
尻を持つ けつをもつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω την ευθύνη για, επωμίζομαι το φταίξιμο για
尻肉 しりにく

ουσιαστικό

  1. 01 γλουτιαίο κρέας, κρέας από το πίσω μέρος του ζώου
尻こそばゆい しりこそばゆい

επίθετο

  1. 01 ανήσυχος, άβολος, αμήχανος, ταραγμένος
尻深樫 シリブカガシ

ουσιαστικό

  1. 01 σιριμπουκαγκάσι, είδος βελανιδιάς (Lithocarpus glaber)
  1. 01 γλουτοί
  2. 02 γοφοί, ισχία
  3. 03 κώλος
  4. 04 οπίσθια