106 αποτελέσματα για «居»
居合道 いあいどう
ουσιαστικό
- 01 ιαϊντό (ιαπωνική τέχνη της έλξης του σπαθιού)
居直り強盗 いなおりごうとう
ουσιαστικό
- 01 ληστεία που μετατρέπεται από διάρρηξη (δηλαδή όταν ο διαρρήκτης γίνεται αντιληπτός)
居住許可 きょじゅうきょか
ουσιαστικό
- 01 άδεια διαμονής
居留区 きょりゅうく
ουσιαστικό
- 01 αστικό κέντρο, κέντρο πληθυσμού
居候生活 いそうろうせいかつ
ουσιαστικό
- 01 διαβίωση στο σπίτι κάποιου άλλου χωρίς πληρωμή για φαγητό και διαμονή, παρασιτική διαβίωση σε βάρος άλλων για στέγαση
居座り いすわり
ουσιαστικό
- 01 παραμονή
居催促 いざいそく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άρνηση αποχώρησης
居食い いぐい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ζω στην τεμπελιά, διάγω αργόσχολο βίο
居間兼食堂 いまけんしょくどう
ουσιαστικό
- 01 καθιστικό που λειτουργεί και ως τραπεζαρία
居合刀 いあいがたな
ουσιαστικό
- 01 εκπαιδευτικό σπαθί που χρησιμοποιείται στο ιαϊντό
居中 きょちゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βρίσκομαι στο κέντρο, είμαι αμερόληπτος, στέκομαι ανάμεσα σε δύο πράγματα
居間兼寝室 いまけんしんしつ
ουσιαστικό
- 01 καθιστικό και υπνοδωμάτιο, δωμάτιο-υπνοκάθισμα
居然 きょぜん
άλλο, επίρρημα
- 01 ήρεμος, ακίνητος, ατάραχος, χωρίς απασχόληση
居待ち いまち
ουσιαστικό
- 01 αναμονή καθήμενος
- 02 σελήνη δεκαοκτώ ημερών (σύμφωνα με το σεληνιακό ημερολόγιο)
居職 いじょく
ουσιαστικό
- 01 επάγγελμα που ασκείται κατ' οίκον (π.χ. ράφτης, χαράκτης σφραγίδων), οικιακή απασχόληση
居常 きょじょう
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 καθημερινή ζωή
居反り いぞり
ουσιαστικό
- 01 πτώση του σώματος προς τα πίσω
居敷 いしき
ουσιαστικό
- 01 φόδρα στο κάθισμα του κιμονό
居回り いまわり
ουσιαστικό
- 01 το γύρω περιβάλλον, η γύρω περιοχή
居中調停 きょちゅうちょうてい
ουσιαστικό
- 01 διαμεσολάβηση