392 αποτελέσματα για «山»

山狩り やまがり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ορεινό κυνήγι
  2. 02 εξονυχιστική έρευνα στα βουνά (για την αναζήτηση εγκληματία κ.λπ.)
山車 だし

ουσιαστικό

  1. 01 άρμα παρέλασης, αρματισμένο όχημα φεστιβάλ
山車 やまぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 τροχόδενδρο (Trochodendron aralioides)
山口県 やまぐちけん

ουσιαστικό

  1. 01 νομός Γιαμαγκούτσι (περιοχή Τσουγκόκου)
山椒 さんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό πιπέρι (είδος πιπεριού Σετσουάν, Zanthoxylum piperitum), ιαπωνική αγκαθωτή φουντουκιά
山歩き やまあるき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ορειβασία, πεζοπορία στο βουνό
山犬 やまいぬ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικός λύκος (Canis lupus hodophilax, εξαφανισμένο είδος)
  2. 02 αγριόσκυλο
山芋 やまいも

ουσιαστικό

  1. 01 γιαμάιμο, ιαπωνικό γλυκοπατάτα (διοσκορέα η ιαπωνική)
山吹色 やまぶきいろ

ουσιαστικό

  1. 01 γιαμαμπούκι-ίρο, λαμπερό χρυσοκίτρινο χρώμα
山側 やまがわ

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρά του βουνού
山深い やまぶかい

επίθετο

  1. 01 βαθιά μέσα στα βουνά
山陽 さんよう

ουσιαστικό

  1. 01 νότια πλευρά ενός βουνού, περιοχή Σανιό
山家 やまが

ουσιαστικό

  1. 01 ορεινή έπαυλη, σαλέ, ορεινό εξοχικό, ορεινό καταφύγιο, σπίτι στο βουνό
山家 さんげ

ουσιαστικό

  1. 01 Σάνγκε (σχολή του βουνού του βουδισμού Τιαντάι της περιόδου Σονγκ)
山師 やまし

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοσκόπος
  2. 02 τυχοδιώκτης, απατεώνας
  3. 03 χρυσοθήρας
山寺 やまでら

ουσιαστικό

  1. 01 ορεινός ναός
山国 やまぐに

ουσιαστικό

  1. 01 ορεινή χώρα
山川 さんせん

ουσιαστικό

  1. 01 βουνά και ποτάμια
山形県 やまがたけん

ουσιαστικό

  1. 01 νομός Γιαμαγκάτα (περιοχή Τοχόκου)
山並み やまなみ

ουσιαστικό

  1. 01 οροσειρά, ορεινή ζώνη