112 αποτελέσματα για «岩»

岩稜 がんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 βραχώδης κορυφογραμμή, πέτρινη ράχη
岩飛びペンギン いわとびペンギン

ουσιαστικό

  1. 01 ιβατόμπι πιγκουίνος (Eudyptes chrysocome)
岩綿 がんめん

ουσιαστικό

  1. 01 πετροβάμβακας
岩虫 いわむし

ουσιαστικό

  1. 01 Marphysa sanguinea (είδος ευθυνίδη σκουληκιού)
岩谷産業 いわたにさんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 Ιουατάνι Σανγκιό (εταιρεία)
岩絵 いわえ

ουσιαστικό

  1. 01 βραχογραφίες, ζωγραφική σε βράχο, τέχνη των βράχων
岩梨 いわなし

ουσιαστικό

  1. 01 ιβανασί (είδος αρκτοστάφυλου με εδώδιμους καρπούς, Epigaea asiatica)
岩石圏 がんせきけん

ουσιαστικό

  1. 01 λιθόσφαιρα
岩木 いわき

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρες και δέντρα, αντικείμενα χωρίς ζωή
  2. 02 απαθές πρόσωπο, ψυχρό άτομο
  3. 03 λιγνίτης
岩タバコ イワタバコ

ουσιαστικό

  1. 01 ορεινό γεσνεριίδες (Conandron ramondioides)
岩桔梗 いわぎきょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγριοκαμπανέλα (Campanula lasiocarpa), καμπανέλα της Αλάσκας
岩隠子 がんがぜ

ουσιαστικό

  1. 01 μαύρος αχινός με μακριά αγκάθια (Diadema setosum)
岩蓮華 いわれんげ

ουσιαστικό

  1. 01 ιβαρένγκε (είδος παχύφυτου, Orostachys iwarenge)
岩南天 いわなんてん

ουσιαστικό

  1. 01 λευκοθόη του Κέισκι (Leucothoe keiskei), είδος θάμνου
岩高蘭 がんこうらん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπετρο το μαύρο (Empetrum nigrum), γανκουράν
岩石学 がんせきがく

ουσιαστικό

  1. 01 πετρολογία
岩雲雀 いわひばり

ουσιαστικό

  1. 01 ιβαχιμπάρι, αλπικός θάμνος (είδος πτηνού Prunella collaris)
岩ワラビー いわワラビー

ουσιαστικό

  1. 01 πετρόβατος
岩圏 がんけん

ουσιαστικό

  1. 01 λιθόσφαιρα
岩流圏 がんりゅうけん

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενόσφαιρα