126 αποτελέσματα για «工»

工業地域 こうぎょうちいき

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανική περιοχή, βιομηχανική ζώνη
工業大学 こうぎょうだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνολογικό ινστιτούτο, τεχνολογικό πανεπιστήμιο, πολυτεχνείο, σχολή μηχανικών
工作船 こうさくせん

ουσιαστικό

  1. 01 πλοίο-εργοστάσιο, πλοίο επισκευών
  2. 02 κατασκοπευτικό πλοίο
工区 こうく

ουσιαστικό

  1. 01 τομέας κατασκευής, τμήμα κατασκευαστικού έργου
工学士 こうがくし

ουσιαστικό

  1. 01 πτυχιούχος μηχανικός
工作物 こうさくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευασμένο αντικείμενο, έργο
  2. 02 κατασκευή, κτίσμα
工事車両 こうじしゃりょう

ουσιαστικό

  1. 01 εργοταξιακό όχημα (μπουλντόζα, εκσκαφέας, φορτωτής κ.λπ.)
工芸家 こうげいか

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης, χειροτέχνης
工業用水 こうぎょうようすい

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικό νερό
工場閉鎖 こうじょうへいさ

ουσιαστικό

  1. 01 κλείσιμο εργοστασίου
  2. 02 λοκ άουτ (για παράδειγμα κατά τη διάρκεια εργατικής διαφοράς)
工場排水 こうじょうはいすい

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικά λύματα, υγρά απόβλητα εργοστασίου
工芸美術 こうげいびじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμοσμένες καλές τέχνες
工業デザイン こうぎょうデザイン

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικός σχεδιασμός
工業高等専門学校 こうぎょうこうとうせんもんがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτερη τεχνική σχολή (τύπου kōgyō kōtō senmon gakkō)
工業港 こうぎょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικό λιμάνι
工業規格 こうぎょうきかく

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικό πρότυπο, τεχνικό πρότυπο
工口 こうぐち

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ερωτικός, πορνογραφικός, άσεμνος
工手 こうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 εργάτης, οικοδόμος, τεχνίτης
工業界 こうぎょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικός κόσμος
工学院大学 こうがくいんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Κογκάκουιν