134 αποτελέσματα για «左»

左傾 さけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλίνων προς τα αριστερά
  2. 02 αριστερή πολιτική κλίση, αριστερή τάση, μεταστροφή προς την αριστερά
左褄 ひだりづま

ουσιαστικό

  1. 01 αριστερή πλευρά του ποδόγυρου ενός κιμονό
  2. 02 γκέισα (επειδή συχνά περπατούσαν κρατώντας το αριστερό στρίφωμα του κιμονό τους)
左見右見 とみこうみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοιτάζω από το ένα μέρος στο άλλο, κοιτάζω προς κάθε κατεύθυνση, κοιτάζω ολόγυρα
左側通行 ひだりがわつうこう

ουσιαστικό

  1. 01 οδήγηση στην αριστερή πλευρά του δρόμου, κυκλοφορία από τα αριστερά
左バッター ひだりバッター

ουσιαστικό

  1. 01 αριστερόχειρας ροπαλοφόρος
左辺値 さへんち

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή αριστερού μέλους (μιας εξίσωσης)
左下隅 ひだりしたすみ

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω αριστερή γωνία
左打者 ひだりだしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αριστερόχειρας ροπαλοφόρος
左義長 さぎちょう

ουσιαστικό

  1. 01 καύση των πρωτοχρονιάτικων διακοσμητικών της πύλης (συνήθως τη 15η ημέρα του νέου έτους)
左図 さず

ουσιαστικό

  1. 01 αριστερό σχήμα (διάγραμμα, εικονογράφηση, γράφημα, χάρτης, κ.λπ.), σχήμα στα αριστερά
左腎 さじん

ουσιαστικό

  1. 01 αριστερός νεφρός
左右相称 さゆうそうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αμφίπλευρη συμμετρία
左派系 さはけい

ουσιαστικό

  1. 01 αριστερή πτέρυγα
左表 さひょう

ουσιαστικό

  1. 01 πίνακας στα αριστερά
左翼系 さよくけい

ουσιαστικό

  1. 01 αριστερόστροφος, αριστερός, αριστερίστικος
左四つ ひだりよつ

ουσιαστικό

  1. 01 λαβή στην πάλη σούμο κατά την οποία και οι δύο παλαιστές πιάνουν με το αριστερό χέρι κάτω από τη μασχάλη και με το δεξί πάνω από το χέρι του αντιπάλου
左党 さとう

ουσιαστικό

  1. 01 πότης, άνθρωπος που αγαπά το αλκοόλ
  2. 02 αριστερό κόμμα
左近の桜 さこんのさくら

ουσιαστικό

  1. 01 κερασιά στα ανατολικά της νότιας σκάλας της Αίθουσας Κρατικών Τελετών (στο παλάτι Χεϊάν)
左顧右眄 さこうべん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοιτάζω δεξιά και αριστερά, αμφιταλαντεύομαι, αναποφασιστικότητα
左直 さちょく

ουσιαστικό

  1. 01 αριστερό ευθύ χτύπημα (στις πολεμικές τέχνες ή την πυγμαχία)