188 αποτελέσματα για «市»

市人 しじん

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοικος πόλης
  2. 02 έμπορος
市人 いちびと

ουσιαστικό

  1. 01 έμπορος της αγοράς της πόλης, έμπορος
  2. 02 κάτοικος πόλης
市外局番 しがいきょくばん

ουσιαστικό

  1. 01 κωδικός περιοχής (τηλεφωνικός, υπεραστικός)
市区町村 しくちょうそん

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικές αυτοδιοικήσεις, δήμοι και κοινότητες (συλλογικός όρος για πόλεις, διαμερίσματα, κωμοπόλεις και χωριά)
市況 しきょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνθήκες της αγοράς
市内観光 しないかんこう

ουσιαστικό

  1. 01 περιήγηση στην πόλη
市バス しバス

ουσιαστικό

  1. 01 αστικό λεωφορείο, δημοτικό λεωφορείο
市営バス しえいバス

ουσιαστικό

  1. 01 αστικό λεωφορείο, δημοτική υπηρεσία λεωφορείων
市町 しちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πόλεις και κωμοπόλεις
市女笠 いちめがさ

ουσιαστικό

  1. 01 ιτσουμεγκάσα, ψάθινο καπέλο που φορούσαν οι γυναίκες στην παλαιά Ιαπωνία
市営地下鉄 しえいちかてつ

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικός υπόγειος σιδηρόδρομος
市が立つ日 いちがたつひ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα αγοράς
市日 いちび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα αγοράς
市区改正 しくかいせい

ουσιαστικό

  1. 01 πολεοδομικός σχεδιασμός, αστική ανάπλαση που πραγματοποιήθηκε κατά τις περιόδους Ταΐσο και Μεΐτζι
市民税 しみんぜい

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικός φόρος
市場開放 しじょうかいほう

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιγμα αγοράς, απελευθέρωση της αγοράς
市域 しいき

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτική περιοχή
市街図 しがいず

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτης πόλης
市上 しじょう

ουσιαστικό

  1. 01 στην πόλη, στον δρόμο
市塵 しじん

ουσιαστικό

  1. 01 αστική σκόνη, αστική αναταραχή