77 αποτελέσματα για «幼»
幼形進化 ようけいしんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παιδομορφισμός
幼生器官 ようせいきかん
ουσιαστικό
- 01 προνυμφικό όργανο
幼齢 ようれい
ουσιαστικό
- 01 παιδική ηλικία
幼児突然死症候群 ようじとつぜんししょうこうぐん
ουσιαστικό
- 01 αιφνίδιος βρεφικός θάνατος, σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου
幼稚産業保護論 ようちさんぎょうほごろん
ουσιαστικό
- 01 θεωρία προστασίας της νηπιακής βιομηχανίας, επιχείρημα υπέρ της προστασίας των εκκολαπτόμενων βιομηχανιών
幼若ホルモン ようじゃくホルモン
ουσιαστικό
- 01 νεανική ορμόνη
幼若化反応 ようじゃくかはんのう
ουσιαστικό
- 01 βλαστογένεση
幼姿 おさなすがた
ουσιαστικό
- 01 παιδική εμφάνιση, εμφάνιση που είχε κάποιος όταν ήταν παιδί
幼保園 ようほえん
ουσιαστικό
- 01 ενιαίος παιδικός σταθμός και νηπιαγωγείο
幼物語 おさなものがたり
ουσιαστικό
- 01 ιστορίες από τα παιδικά χρόνια κάποιου
- 02 παιδική ιστορία, παραμύθι
幼児婚 ようじこん
ουσιαστικό
- 01 παιδικός γάμος
幼保一元 ようほいちげん
ουσιαστικό
- 01 διοικητική ενοποίηση παιδικών σταθμών και νηπιαγωγείων
幼木 ようぼく
ουσιαστικό
- 01 νεαρό δέντρο, δενδρύλλιο
幼少時 ようしょうじ
ουσιαστικό
- 01 παιδική ηλικία
幼児食 ようじしょく
ουσιαστικό
- 01 φαγητό για μικρά παιδιά (μετά την ολοκλήρωση του απογαλακτισμού)
幼児園 ようじえん
ουσιαστικό
- 01 συνδυασμός παιδικού σταθμού και νηπιαγωγείου
幼
- 01 βρεφική ηλικία
- 02 παιδική ηλικία