100 αποτελέσματα για «座»

座席指定券 ざせきしていけん

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο αριθμημένης θέσης
座頭虫 ざとうむし

ουσιαστικό

  1. 01 τρυγόνας, πολυπόδαρο (αραχνοειδές της τάξης Οπιλίωνες)
座業 ざぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 καθιστική εργασία
座を取り持つ ざをとりもつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 διασκεδάζω τους παρευρισκόμενους
座金 ざがね

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλική ροδέλα
座入り ざいり

ουσιαστικό

  1. 01 είσοδος σε αίθουσα τελετουργικού τσαγιού
  2. 02 ένταξη σε ομάδα
座部 ざぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κάθισμα (καρέκλας, παγκακιού, κ.λπ.), βάση καθίσματος
座礁船 ざしょうせん

ουσιαστικό

  1. 01 αραγμένο πλοίο, πλοίο που έχει προσαράξει
座食 ざしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζωή σε αργία
座臥 ざが

ουσιαστικό

  1. 01 κάθισμα και κατάκλιση
  2. 02 καθημερινή ζωή
座りだこ すわりだこ

ουσιαστικό

  1. 01 κάλλοι (στους αστραγάλους, στο κουτεπιέ κ.λπ.) που προκαλούνται από το κάθισμα σε στάση σέιζα
座標幾何学 ざひょうきかがく

ουσιαστικό

  1. 01 αναλυτική γεωμετρία
座標変換 ざひょうへんかん

ουσιαστικό

  1. 01 μετασχηματισμός συντεταγμένων
座標点 ざひょうてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο συντεταγμένων
座敷遊び ざしきあそび

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχαγωγία με γκεϊσά σε ιδιωτικό χώρο, το να δέχεσαι υπηρεσίες ψυχαγωγίας από μία ή περισσότερες γκεϊσά (σε τεϊοποτείο ή παραδοσιακό ιαπωνικό εστιατόριο)
座版 ざばん

ουσιαστικό

  1. 01 ορθογώνια εταιρική σφραγίδα, τετράγωνη εταιρική σφραγίδα
座法 ざほう

ουσιαστικό

  1. 01 τρόποι καθίσματος (επίσημο)
座州 ざす

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσάραξη, άραγμα
座頭鯨 ざとうくじら

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαπτεροφάλαινα (Megaptera novaeangliae)
座禅草 ざぜんそう

ουσιαστικό

  1. 01 ανατολικό ζαζενσό (Symplocarpus foetidus)