120 αποτελέσματα για «建»

建設業界 けんせつぎょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστικός κλάδος
建策 けんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάρτιση σχεδίου, εισήγηση, πρόταση
建設局 けんせつきょく

ουσιαστικό

  1. 01 διεύθυνση κατασκευών
建碑 けんぴ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανέγερση μνημείου
建築史 けんちくし

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορία της αρχιτεκτονικής
建て売り たてうり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατασκευή και πώληση έτοιμης κατοικίας
建増し たてまし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσθήκη κτιρίου, επέκταση, παράρτημα
建保 けんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Κενπό (από 6 Δεκεμβρίου 1213 έως 12 Απριλίου 1219)
建徳 けんとく

ουσιαστικό

  1. 01 Κεντόκου, εποχή της Νότιας Αυλής (24 Ιουλίου 1370 - Απρίλιος 1372)
建軍 けんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 ίδρυση στρατού (ναυτικού, αεροπορίας)
建築確認 けんちくかくにん

ουσιαστικό

  1. 01 πιστοποίηση κτιρίου, έγκριση οικοδομής
建暦 けんりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Κενριάκου (9 Μαρτίου 1211 - 6 Δεκεμβρίου 1213)
建水 けんすい

ουσιαστικό

  1. 01 σκεύος για τα απόνερα (τελετή τσαγιού)
建治 けんじ

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Κέντζι (25 Απριλίου 1275 - 29 Φεβρουαρίου 1278)
建築面積 けんちくめんせき

ουσιαστικό

  1. 01 συνολική επιφάνεια κάλυψης κτιρίου
建学 けんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ίδρυση σχολείου
建議案 けんぎあん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόταση, εισήγηση
建国記念の日 けんこくきねんのひ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα ίδρυσης του κράτους (εθνική εορτή, 11 Φεβρουαρίου)
建議者 けんぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 προτείνων
建設労働者 けんせつろうどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργάτης οικοδομών