82 αποτελέσματα για «弱»

弱志 じゃくし

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενής θέληση
弱みそ よわみそ

ουσιαστικό

  1. 01 αδύναμος, δειλός
弱さ よわさ

ουσιαστικό

  1. 01 αδυναμία
弱材料 よわざいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρνητικός παράγοντας για την αγορά, πτωτικός παράγοντας
弱弟 じゃくてい

ουσιαστικό

  1. 01 μικρότερος αδελφός
弱保合い よわもちあい

επίθετο

  1. 01 ασθενής συσσώρευση, οριακή διατήρηση επιπέδων (χρηματιστήριο)
弱電器 じゃくでんき

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφριά ηλεκτρική συσκευή
弱気市場 よわきいちば

ουσιαστικό

  1. 01 πτώση χρηματιστηρίου, απαισιόδοξη αγορά
弱電線 じゃくでんせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή ασθενούς ρεύματος (π.χ. ενδοεπικοινωνία)
弱毒ワクチン じゃくどくワクチン

ουσιαστικό

  1. 01 εξασθενημένο εμβόλιο
弱塩基 じゃくえんき

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενής βάση
弱塩酸 じゃくえんさん

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενές οξύ
弱き者よ汝の名は女なり よわきものよなんじのなはおんななり

άλλο

  1. 01 αδυναμία, το όνομά σου είναι γυναίκα
弱変化動詞 じゃくへんかどうし

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενές ρήμα
弱雨 じゃくう

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενής βροχή
弱気筋 よわきすじ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοδικοί έμποροι (με πτωτικές προσδοκίες), πτωτικά συμφέροντα, πλευρά ανοιχτών πωλήσεων
弱冷車 じゃくれいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 βαγόνι τρένου με ήπιο κλιματισμό
弱き者汝の名は女なり よわきものなんじのなはおんななり

άλλο

  1. 01 ασθενής, το όνομά σου είναι γυναίκα
弱含み市況 よわふくみしきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενής χρηματιστηριακή κατάσταση, πτωτική τάση της αγοράς
弱毒化 じゃくどくか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξασθένιση, αποδυνάμωση