126 αποτελέσματα για «形»

形態形成 けいたいけいせい

ουσιαστικό

  1. 01 μορφογένεση
形意拳 けいいけん

ουσιαστικό

  1. 01 γροθιά της μορφής του νου, κέικεν
形影一如 けいえいいちにょ

ουσιαστικό

  1. 01 αχώριστος σαν τη σκιά από τη μορφή, η πράξη του ανθρώπου καθρεφτίζει το καλό ή το κακό του μυαλού του, σύζυγοι που δεν αποχωρίζονται ποτέ
形容句 けいようく

ουσιαστικό

  1. 01 φράση που λειτουργεί ως επίθετο
形相因 けいそういん

ουσιαστικό

  1. 01 ειδοποιός αιτία (ένα από τα τέσσερα θεμελιώδη είδη απάντησης του Αριστοτέλη στο ερώτημα «γιατί;»)
形而上学的唯物論 けいじじょうがくてきゆいぶつろん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφυσικός υλισμός
形影相伴う けいえいあいともなう

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι αχώριστος (ειδικά για παντρεμένο ζευγάρι), είμαι αχώριστος, ζω σε τέλεια αρμονία
形勢有利 けいせいゆうり

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ευνοϊκή κατάσταση (στροφή των γεγονότων)
形態素 けいたいそ

ουσιαστικό

  1. 01 μόρφημα
形声 けいせい

ουσιαστικό

  1. 01 φωνητικοσημαντικός χαρακτήρας, εικονοφωνητικός χαρακτήρας, ιδεογράμμα που αποτελείται από ένα φωνητικό και ένα σημασιολογικό στοιχείο
形容矛盾 けいようむじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 οξύμωρο σχήμα, αντίφαση μεταξύ ενός επιθέτου και του ουσιαστικού που προσδιορίζει (όπως ξύλινο σίδερο, καυτός πάγος, κ.λπ.)
形象文字 けいしょうもじ

ουσιαστικό

  1. 01 ιερογλυφικό
形容語 けいようご

ουσιαστικό

  1. 01 επίθετο, χαρακτηρισμός
形式知 けいしきち

ουσιαστικό

  1. 01 ρητή γνώση
形態論 けいたいろん

ουσιαστικό

  1. 01 μορφολογία
形而下学 けいじかがく

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικές επιστήμες
形質転換 けいしつてんかん

ουσιαστικό

  1. 01 μετασχηματισμός
形成層 けいせいそう

ουσιαστικό

  1. 01 κάμβιο, καμβιακό στρώμα
形態素解析 けいたいそかいせき

ουσιαστικό

  1. 01 μορφολογική ανάλυση
形質細胞 けいしつさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 πλασματοκύτταρο