79 αποτελέσματα για «役»
役者稼業 やくしゃかぎょう
ουσιαστικό
- 01 επαγγελματική σταδιοδρομία ηθοποιού, καριέρα στην υποκριτική
役者生命 やくしゃせいめい
ουσιαστικό
- 01 καριέρα ηθοποιού
役所言葉 やくしょことば
ουσιαστικό
- 01 γραφειοκρατική γλώσσα, επίσημο ύφος, ακαταλαβίστικα διοικητικά
役員賞与 やくいんしょうよ
ουσιαστικό
- 01 πριμ διευθυντικών στελεχών, bonus για τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της εταιρείας, χρηματικά επιδόματα για τους αξιωματούχους της επιχείρησης
役責 やくせき
ουσιαστικό
- 01 ρόλος και ευθύνη
役者子供 やくしゃこども
ουσιαστικό
- 01 ικανός ηθοποιός που συμπεριφέρεται σαν παιδί εκτός σκηνής, καλός ηθοποιός που γνωρίζει ελάχιστα για τα κοσμικά πράγματα
- 02 παιδί ηθοποιός στο καμπούκι
役牛 えきぎゅう
ουσιαστικό
- 01 ζώο εργασίας, βόδι εργασίας
役力士 やくりきし
ουσιαστικό
- 01 παλαιστής σούμο που ανήκει σε μία από τις τέσσερις ανώτερες βαθμίδες
役務賠償 えきむばいしょう
ουσιαστικό
- 01 αποζημίωση υπό τη μορφή παροχής υπηρεσιών
役を干される やくをほされる
άλλο, ρήμα
- 01 στερούμαι τον ρόλο μου, χάνω τα προς το ζην
役者気質 やくしゃかたぎ
ουσιαστικό
- 01 ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία (πνεύμα) του ηθοποιού
役付取締役 やくつきとりしまりやく
ουσιαστικό
- 01 εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου
役身折酬 えきしんせっしゅう
ουσιαστικό
- 01 εξισέν σεσού (σύστημα ριτσουριό), καταναγκαστική εργασία λόγω αδυναμίας αποπληρωμής χρέους
役逃げ やくにげ
ουσιαστικό
- 01 εξαπάτηση μέσω απόκρυψης ενός φύλλου που έχει μοιραστεί (ώστε να μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν του μοιράστηκε ο σωστός αριθμός φύλλων)
役代 やくだい
ουσιαστικό
- 01 πόντοι που αποδίδονται για συνδυασμούς πόντων
役員席 やくいんせき
ουσιαστικό
- 01 θέσεις στελεχών, καθίσματα αξιωματούχων
役員人事 やくいんじんじ
ουσιαστικό
- 01 αλλαγή διευθυντικού στελέχους, αναδιοργάνωση στελεχών
役者不足 やくしゃぶそく
ουσιαστικό
- 01 έλλειψη ηθοποιών
- 02 ακαταλληλότητα για τον ρόλο κάποιου, έλλειψη των απαραίτητων ικανοτήτων για τον ρόλο που έχει ανατεθεί
役
- 01 καθήκον
- 02 πόλεμος
- 03 εκστρατεία
- 04 αγγαρεία
- 05 θέση
- 06 υπηρεσία
- 07 ρόλος