82 αποτελέσματα για «待»

待たせる またせる

ρήμα

  1. 01 αναγκάζω κάποιον να περιμένει
待合政治 まちあいせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 παρασκηνιακές πολιτικές διαπραγματεύσεις
待った まった

ουσιαστικό, επιφώνημα

  1. 01 άκυρη έναρξη αγώνα
  2. 02 αναίρεση κίνησης (σε παιχνίδι)
  3. 03 περίμενε, στάσου
待遇表現 たいぐうひょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 έκφραση στάσης, έκφραση αντιμετώπισης, έκφραση που δηλώνει τον σεβασμό, την περιφρόνηση κ.λπ. του ομιλητή προς το υποκείμενο
待ち行列に入れる まちぎょうれつにいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσθέτω σε ουρά
待ち行列方式 まちぎょうれつほうしき

ουσιαστικό

  1. 01 βασισμένος σε ουρά αναμονής
待ち行列名 まちぎょうれつめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα ουράς
待ち行列理論 まちぎょうれつりろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία ουρών αναμονής
待つ身は長い まつみはながい

άλλο, επίθετο

  1. 01 η αναμονή φαντάζει ατελείωτη
待兼鰐 まちかねわに

ουσιαστικό

  1. 01 Τογιοταμαφιμεία η ματσικανένσις (ιαπωνικό απολίθωμα είδους κροκοδείλου)
待ち駒 まちごま

ουσιαστικό

  1. 01 προβλέπω τη διαφυγή του βασιλιά και τον εμποδίζω εκ των προτέρων με ίππο
待期者 たいきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνταξιούχος εν αναμονή, συνταξιούχος που δεν έχει φτάσει ακόμα το όριο ηλικίας για τη λήψη της σύνταξής του
待期療法 たいきりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 παρηγορητική θεραπεία
待合茶屋 まちあいぢゃや

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος συνάντησης για ερωτικά ραντεβού, κατανάλωση ποτών κ.ά.
待婚期間 たいこんきかん

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος απαγόρευσης επαναγάμου, χρονικό διάστημα μετά τη λύση ενός γάμου κατά το οποίο απαγορεύεται στη γυναίκα να συνάψει νέο γάμο (100 ημέρες)
待機施設 たいきしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκατάσταση καραντίνας
待ち画 まちが

ουσιαστικό

  1. 01 οθόνη αναμονής (σε κινητό τηλέφωνο), ταπετσαρία (τηλεφώνου)
待の先 たいのせん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κατάληψη της πρωτοβουλίας μέσω αντεπίθεσης
待機者 たいきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο σε λίστα αναμονής, άτομο που περιμένει κάτι
  2. 02 άτομο σε καραντίνα
待球 たいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αναμονή για εύκολες ρίψεις