86 αποτελέσματα για «復»

復改 ふっかい

ουσιαστικό

  1. 01 επιστροφή φορέα, επιστροφή (χαρακτήρες αλλαγής γραμμής και επιστροφής φορέα)
復習文 ふくしゅうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 προτάσεις επανάληψης
復調器 ふくちょうき

ουσιαστικό

  1. 01 αποδιαμορφωτής
復配 ふくはい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επανέναρξη καταβολής μερισμάτων
復答 ふくとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόκριση, απάντηση
復文 ふくぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαντητική επιστολή
  2. 02 επαναμετάφραση (στην αρχική γλώσσα)
復電 ふくでん

ουσιαστικό

  1. 01 αποκατάσταση ηλεκτροδότησης (π.χ. μετά από διακοπή ρεύματος)
復帰アドレス ふっきアドレス

ουσιαστικό

  1. 01 διεύθυνση επιστροφής
復帰コード ふっきコード

ουσιαστικό

  1. 01 κωδικός επιστροφής
復帰文字 ふっきもじ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας επιστροφής φορέα
復旧手順 ふっきゅうてじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 διαδικασία αποκατάστασης
復号器 ふくごうき

ουσιαστικό

  1. 01 αποκωδικοποιητής
復調機 ふくちょうき

ουσιαστικό

  1. 01 αποδιαμορφωτής
復調装置 ふくちょうそうち

ουσιαστικό

  1. 01 αποδιαμορφωτής
復号アルゴリズム ふくごうアルゴリズム

ουσιαστικό

  1. 01 αλγόριθμος αποκωδικοποίησης
復社 ふくしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή σε εταιρεία όπου έχει εργαστεί κανείς στο παρελθόν
復円 ふくえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμφάνιση (μετά από έκλειψη), έξοδος
復水 ふくすい

ουσιαστικό

  1. 01 συμπύκνωμα, συμπυκνωμένο νερό
復興税 ふっこうぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος ανασυγκρότησης
復顔 ふくがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσωποανάπλαση (στην ιατροδικαστική, την αρχαιολογία, κ.λπ.)