75 αποτελέσματα για «快»

快削鋼 かいさくこう

ουσιαστικό

  1. 01 ατσάλι ελεύθερης κοπής
快く こころよく

επίρρημα

  1. 01 άνετα, ευχάριστα, χαρούμενα
  2. 02 πρόθυμα, ευχαρίστως, ετοιμόρροπα, με χαρά, με καλή διάθεση
快食快眠 かいしょくかいみん

ουσιαστικό

  1. 01 καλή όρεξη και ευχάριστος ύπνος, απόλαυση του φαγητού και καλός ύπνος
快感消失 かいかんしょうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανηδονία
快快的 カイカイデ

επίρρημα

  1. 01 βιαστικά, γρήγορα, ταχύτατα
快感帯 かいかんたい

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη άνεσης
快急 かいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ταχεία εξπρές (τρένο)
快腸 かいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 καλή λειτουργία του εντέρου, ομαλές κενώσεις
快速特急 かいそくとっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ταχεία υπερταχεία (σιδηροδρομικό δρομολόγιο), γρήγορη ειδική ταχεία
快特 かいとく

ουσιαστικό

  1. 01 ταχεία εξπρές (δρομολόγιο τρένου), ταχεία υπερεξπρές
快悦 かいえつ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρά, ευχαρίστηση, απόλαυση
快美 かいび

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευχάριστα όμορφος, εξαιρετικά ευχάριστος, γλυκός, απολαυστικός, μελωδικός
快楽中枢 かいらくちゅうすう

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο ευχαρίστησης, κέντρο επιβράβευσης
快手 クアイショウ

ουσιαστικό

  1. 01 Κουαϊσό (κινεζική εφαρμογή), Κουάι
  1. 01 χαρούμενος
  2. 02 ευχάριστος
  3. 03 ευχάριστος
  4. 04 άνετος