89 αποτελέσματα για «恋»

恋の闇 こいのやみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απώλεια της λογικής λόγω του έρωτα, έλλειψη κριτικής ικανότητας λόγω του έρωτα
恋妻 こいづま

ουσιαστικό

  1. 01 λατρεμένη σύζυγος
恋衣 こいごろも

ουσιαστικό

  1. 01 ένδυμα του έρωτα, μεταφορά για τον έρωτα που κρατά κανείς τόσο κοντά του όσο ένα ρούχο
恋の手管 こいのてくだ

άλλο

  1. 01 τεχνική κατάκτησης, ο τρόπος για να κερδίσεις την καρδιά ενός άνδρα (ή μιας γυναίκας)
恋の骨折り損 こいのほねおりぞん

ουσιαστικό

  1. 01 Αγάπης αγώνας άγονος (Σαίξπηρ)
恋は闇 こいはやみ

άλλο

  1. 01 ο έρωτας είναι τυφλός
恋は思案の外 こいはしあんのほか

άλλο

  1. 01 ο έρωτας δεν έχει λογική
恋病 こいやまい

ουσιαστικό

  1. 01 ερωτικό πάθος, ερωτική αρρώστια
恋死に こいじに

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος από έρωτα
恋い初める こいそめる

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να ερωτεύομαι
恋い忍ぶ こいしのぶ

ρήμα

  1. 01 ζω με τον έρωτα, υπομένω τον κρυφό έρωτα
恋い暮らす こいくらす

ρήμα

  1. 01 ζω βυθισμένος στον έρωτα
恋い乱る こいみだる

ρήμα

  1. 01 είμαι ερωτευμένος σε σημείο ταραχής
恋い籠る こいこもる

ρήμα

  1. 01 βιώνω καημό εξαιτίας ενός (κρυφού) έρωτα, υποφέρω από έρωτα
恋しがる こいしがる

ρήμα

  1. 01 νοσταλγώ, επιθυμώ σφόδρα
恋慰め こいなぐさめ

ουσιαστικό

  1. 01 παρηγοριά του ερωτευμένου
恋河 こいかわ

ουσιαστικό

  1. 01 ωκεανοί αγάπης
恋盛り こいざかり

ουσιαστικό

  1. 01 η περίοδος του ερωτικού πάθους
恋疲れ こいづかれ

ουσιαστικό

  1. 01 εξαντλημένος από τον έρωτα
恋し鳥 こいしどり

ουσιαστικό

  1. 01 μικροκύκουρος (Cuculus poliocephalus)