88 αποτελέσματα για «抗»
抗真菌 こうしんきん
ουσιαστικό
- 01 αντιμυκητιασικός
抗独 こうどく
ουσιαστικό
- 01 αντιγερμανικός
抗原決定基 こうげんけっていき
ουσιαστικό
- 01 αντιγονικός καθοριστής, επίτοπος
抗張力 こうちょうりょく
ουσιαστικό
- 01 εφελκυστική αντοχή
抗抵 こうてい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντίσταση, αντίθεση
抗堪性 こうたんせい
ουσιαστικό
- 01 επιβιωσιμότητα (η ικανότητα αντοχής σε επίθεση)
抗粘結剤 こうねんけつざい
ουσιαστικό
- 01 αντισυσσωματικός παράγοντας
抗発泡剤 こうはっぽうざい
ουσιαστικό
- 01 αντιαφριστικό μέσο
抗拒不能 こうきょふのう
ουσιαστικό
- 01 αδυναμία αντίστασης
抗体カクテル こうたいカクテル
ουσιαστικό
- 01 κοκτέιλ αντισωμάτων, μείγμα αντισωμάτων
抗原検査 こうげんけんさ
ουσιαστικό
- 01 τεστ αντιγόνου
抗原定性検査 こうげんていせいけんさ
ουσιαστικό
- 01 ποιοτικός έλεγχος αντιγόνου
抗原定量検査 こうげんていりょうけんさ
ουσιαστικό
- 01 ποσοτική εξέταση αντιγόνων
抗生物質耐性 こうせいぶっしつたいせい
ουσιαστικό
- 01 αντιβιοτική αντοχή
抗ヒスタミン こうヒスタミン
ουσιαστικό
- 01 αντιισταμινικό
抗体検査 こうたいけんさ
ουσιαστικό
- 01 τεστ αντισωμάτων
抗日戦争 こうにちせんそう
ουσιαστικό
- 01 Πόλεμος Αντίστασης κατά της Ιαπωνικής Επιθετικότητας (κινεζική ονομασία για τον Δεύτερο Σινοϊαπωνικό Πόλεμο, 1937-1945)
抗肥満薬 こうひまんやく
ουσιαστικό
- 01 αντιπαχυσαρκικό φάρμακο
抗命 こうめい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανυπακοή σε διαταγή, ανυποταξία
抗議デモ こうぎデモ
ουσιαστικό
- 01 διαδήλωση διαμαρτυρίας, πορεία διαμαρτυρίας, διαμαρτυρία