103 αποτελέσματα για «抜»
抜からぬ顔 ぬからぬかお
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πονηρό πρόσωπο, βλέμμα που τα ξέρει όλα
抜き型 ぬきがた
ουσιαστικό
- 01 κουπάτ, μήτρα κοπής
抜き放す ぬきはなす
ρήμα
- 01 τραβώ το σπαθί μου από τη θήκη
抜け替わる ぬけかわる
ρήμα
- 01 πέφτω και αντικαθίσταμαι, αποβάλλω το τρίχωμα ή το φτέρωμα, αλλάζω δέρμα
抜け上がる ぬけあがる
ρήμα
- 01 αποκτώ φαλάκρα στο μπροστινό μέρος, έχω υποχωρούντα γραμμή μαλλιών
抜け忍 ぬけにん
ουσιαστικό
- 01 φυγάς νίντζα
- 02 δραπέτης νίντζα
抜け参り ぬけまいり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσκύνημα στο Μεγάλο Ιερό της Ίσε χωρίς ταξιδιωτική άδεια ή συγκατάθεση από γονείς ή συγγενείς (περίοδος Έντο)
抜き荷 ぬきに
ουσιαστικό
- 01 κλοπιμαία, εμπορεύματα που αφαιρέθηκαν λαθραία
抜き取り検査 ぬきとりけんさ
ουσιαστικό
- 01 διαδοχικός δειγματοληπτικός έλεγχος (με αντικατάσταση)
抜山蓋世 ばつざんがいせい
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη δύναμη και ενέργεια (ενός κραταιού ήρωα), ηράκλεια δύναμη και ζωτικότητα
抜本改革 ばっぽんかいかく
ουσιαστικό
- 01 ριζική μεταρρύθμιση, δραστική αναδιάρθρωση
抜き読み ぬきよみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διατρέχω ένα κείμενο
抜毛 ばつもう
ουσιαστικό
- 01 ξερίζωμα τριχών, τριχοτιλλομανία
抜き打ち解散 ぬきうちかいさん
ουσιαστικό
- 01 αιφνίδια διάλυση νομοθετικού σώματος
抜き技 ぬきわざ
ουσιαστικό
- 01 αντεπίθεση κατά την αποφυγή της επίθεσης του αντιπάλου (κέντο)
抜き勾配 ぬきこうばい
ουσιαστικό
- 01 γωνία αποκόλλησης (στη χύτευση)
抜け役 ぬけやく
ουσιαστικό
- 01 βαθμολογικός συνδυασμός σε μοιρασμένο χέρι που αποκτά μεγαλύτερη αξία στο τέλος του παιχνιδιού εάν η συνολική βαθμολογία του παίκτη είναι πάνω από 88
抜きがたい ぬきがたい
επίθετο
- 01 βαθιά ριζωμένος (υποψία κ.λπ.)
抜き刷り ぬきずり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάτυπο, ανατύπωση
抜染 ぬきぞめ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτύπωση με αποχρωματισμό (discharge printing), τεχνική αποχρωματισμού