72 αποτελέσματα για «掛»

掛子 かけご

ουσιαστικό

  1. 01 κιβώτια που φωλιάζουν το ένα μέσα στο άλλο, ένθετα κουτιά
  2. 02 απόκρυψη των αληθινών συναισθημάτων κάποιου
  3. 03 άτομο σε απάτη του οποίου ο ρόλος είναι να τηλεφωνεί στο θύμα
掛け字 かけじ

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστό ρολό
掛け倒れ かけだおれ

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική ζημία από πώληση επί πιστώσει
掛留 けいりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μουσική καθυστέρηση
掛け袱紗 かけぶくさ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταξωτό κάλυμμα (για δώρα)
掛率 かけりつ

ουσιαστικό

  1. 01 αναλογία χονδρικής προς λιανική τιμή
掛け投げ かけなげ

ουσιαστικό

  1. 01 ρίψη με εσωτερικό γάντζωμα του μηρού
掛茶屋 かけぢゃや

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθριο τσαγερί, καφέ δίπλα στην παραλία, απλό καφενείο σαν καλύβα
掛け構い かけかまい

ουσιαστικό

  1. 01 ανησυχία, έγνοια, αναστάτωση
  2. 02 σχέση, σύνδεση, εμπλοκή
掛かり負け かかりまけ

άλλο

  1. 01 έξοδα που υπερβαίνουν τα κέρδη
掛け網 カケアミ

ουσιαστικό

  1. 01 κακεάμι (μοτίβο διασταυρούμενων γραμμών)
  1. 01 κρεμάω, κρέμομαι
  2. 02 αναστέλλω, αιωρώ
  3. 03 εξαρτώμαι, βασίζομαι
  4. 04 φτάνω σε, καταλήγω σε
  5. 05 φορολογώ
  6. 06 χύνω, ρίχνω (υγρό)