131 αποτελέσματα για «支»

支え棒 ささえぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ράβδος στήριξης, υποστύλωμα
支え つかえ

ουσιαστικό

  1. 01 βάρος στο στήθος
  2. 02 εμπόδιο, κώλυμα, δυσκολία
支庁 しちょう

ουσιαστικό

  1. 01 περιφερειακό γραφείο (κυβερνητικό), υπονομαρχία
支脈 しみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 παρακλάδι, διακλάδωση
支払能力 しはらいのうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 φερεγγυότητα, ικανότητα πληρωμής
支那そば しなそば

ουσιαστικό

  1. 01 κινέζικα σόμπα, ράμεν
支配率 しはいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό κατοχής, κατοχή
  2. 02 ποσοστό κυριαρχίας, συντελεστής διείσδυσης
支出額 ししゅつがく

ουσιαστικό

  1. 01 ποσό δαπανών ή εκταμιεύσεων
支払いを拒む しはらいをこばむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αρνούμαι την πληρωμή
支払手形 しはらいてがた

ουσιαστικό

  1. 01 πληρωτέα συναλλαγματική, πληρωτέο γραμμάτιο
支持団体 しじだんたい

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα υποστήριξης
支出金 ししゅつきん

ουσιαστικό

  1. 01 εκταμίευση, καταβολή
支店網 してんもう

ουσιαστικό

  1. 01 δίκτυο υποκαταστημάτων
支川 しせん

ουσιαστικό

  1. 01 παραπόταμος, κλάδος ποταμού που εκβάλλει σε κύριο ρεύμα
支配頭 しはいがしら

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός, επικεφαλής
支持力 しじりょく

ουσιαστικό

  1. 01 φέρουσα ικανότητα
支払い手続き しはらいてつづき

ουσιαστικό

  1. 01 διαδικασία πληρωμής, διακανονισμοί πληρωμής
支索 しさく

ουσιαστικό

  1. 01 αντηρίδα, ξάρτι
支配的地位 しはいてきちい

ουσιαστικό

  1. 01 θέση οδηγού, δεσπόζουσα θέση
支払不能 しはらいふのう

ουσιαστικό

  1. 01 αφερεγγυότητα, αδυναμία πληρωμής