105 αποτελέσματα για «改»

改宗者 かいしゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 προσήλυτος (για παράδειγμα στον βουδισμό)
改良種 かいりょうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 βελτιωμένη ποικιλία, βελτιωμένη ράτσα
改札鋏 かいさつはさみ

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτηριοκόπτης (το εργαλείο που χρησιμοποιείται για την ακύρωση εισιτηρίων)
改進 かいしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκσυγχρονισμός, πρόοδος
改編期 かいへんき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος του έτους κατά την οποία τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί αντικαθιστούν προγράμματα (συνήθως την άνοιξη και το φθινόπωρο)
改訳 かいやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαναμετάφραση, νέα μετάφραση, αναθεωρημένη μετάφραση
改革家 かいかくか

ουσιαστικό

  1. 01 μεταρρυθμιστής
改革開放 かいかくかいほう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταρρύθμιση και άνοιγμα (κινεζική οικονομική πολιτική)
改ページ かいページ

ουσιαστικό

  1. 01 ανασελιδοποίηση, νέα σελίδα, αλλαγή σελίδας
改行文字 かいぎょうもじ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας αλλαγής γραμμής
改案 かいあん

ουσιαστικό

  1. 01 αναθεώρηση, τροποποιημένο σχέδιο
改質 かいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αναμόρφωση
改札係 かいさつがかり

ουσιαστικό

  1. 01 ελεγκτής εισιτηρίων (σταθμάρχης, ελεγκτής) (σε σιδηροδρομικό σταθμό)
改革派教会 かいかくはきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 μεταρρυθμισμένες εκκλησίες
改号 かいごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή ονόματος ή τίτλου, αλλαγή εποχής
改装オープン かいそうオープン

ουσιαστικό

  1. 01 επαναλειτουργία μετά από ανακαίνιση (καταστήματος, εστιατορίου κ.λπ.)
改革を叫ぶ かいかくをさけぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 φωνάζω δυνατά για μεταρρύθμιση, απαιτώ με έντονο τρόπο την αλλαγή
改悟 かいご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταμέλεια, ηθική βελτίωση
改製 かいせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκ νέου σύνταξη (οικογενειακού μητρώου), επανασύσταση
改良半紙 かいりょうばんし

ουσιαστικό

  1. 01 είδος ιαπωνικού χαρτιού καλλιγραφίας