89 αποτελέσματα για «散»

散村 さんそん

ουσιαστικό

  1. 01 διάσπαρτος αγροτικός οικισμός
散らし模様 ちらしもよう

ουσιαστικό

  1. 01 διάσπαρτο σχέδιο
  2. 02 ακανόνιστο σχέδιο
散布量 さんぷりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασυναρτησία, υπεκφυγή, ποσότητα διασποράς
散らばら ちらばら

επίθετο, ρήμα

  1. 01 εδώ κι εκεί, διασκορπισμένα
  2. 02 σκορπίζομαι τριγύρω
散布図 さんぷず

ουσιαστικό

  1. 01 διάγραμμα διασποράς, σημειογράφημα
散水車 さんすいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υδροφόρα, όχημα κατάβρεξης δρόμων
散茶女郎 さんちゃじょろう

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη υψηλής κατάταξης από τη συνοικία Γιοσιβάρα (περίοδος Έντο)
散票 さんぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 διάσπαρτες ψήφοι
散ける ばらける

ρήμα

  1. 01 διαλύομαι, ξετυλίγομαι, λύνομαι, ανακατεύομαι (π.χ. για μαλλιά)
散家 サンチャ

ουσιαστικό

  1. 01 παίκτης που δεν είναι ντίλερ
散り蓮華 ちりれんげ

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικό κουτάλι
  2. 02 πεσμένο πέταλο λωτού
散形花序 さんけいかじょ

ουσιαστικό

  1. 01 σκιαδανθής ταξιανθία, σκιάδιο (δηλαδή άνθος με μεγάλο αριθμό ανθέων που εκφύονται ακτινωτά από ένα κοινό κέντρο)
散歩旁 さんぽかたがた

ουσιαστικό

  1. 01 καθώς κάνω βόλτα, με την ευκαιρία ενός περιπάτου
散乱反射 さんらんはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 διάχυτη ανάκλαση
散骨希望 さんこつきぼう

ουσιαστικό

  1. 01 επιθυμία για τη διασκόρπιση της τέφρας
散布体 さんぷたい

ουσιαστικό

  1. 01 διασπορά (το σύνολο των μονάδων διασποράς ενός φυτού)
散房花序 さんぼうかじょ

ουσιαστικό

  1. 01 κορυμβοειδής ταξιανθία, κόρυμβος
散瞳薬 さんどうやく

ουσιαστικό

  1. 01 μυδριατικό φάρμακο, μυδριατικός παράγοντας
散乱体 さんらんたい

ουσιαστικό

  1. 01 σκεδαστής
散乱日射量 さんらんにっしゃりょう

ουσιαστικό

  1. 01 διάχυτη ηλιακή ακτινοβολία