99 αποτελέσματα για «整»

整数比 せいすうひ

ουσιαστικό

  1. 01 εκφράζω ως λόγους ακέραιων αριθμών
整え ととのえ

ουσιαστικό

  1. 01 προετοιμασία, τακτοποίηση, διευθέτηση, εκτέλεση
整流器 せいりゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 ανορθωτής
整風 せいふう

ουσιαστικό

  1. 01 διόρθωση, εξυγίανση
整版 せいはん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξύλινο καλούπι, ξυλογραφία, τυπογραφία με ξύλινα καλούπια
  2. 02 κατασκευή πλακών
整流子 せいりゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 μεταθέτης
整経機 せいけいき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανή στημονίσματος
整った ととのった

άλλο

  1. 01 τακτοποιημένος, ευπρεπισμένος, με καλά χαρακτηριστικά, σωστά ρυθμισμένος
整骨師 せいこつし

ουσιαστικό

  1. 01 οστεοπαθητικός
整序問題 せいじょもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 άσκηση αναδιάταξης λέξεων στη σωστή σειρά
整体療法 せいたいりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 χειροπρακτική θεραπεία
整水器 せいすいき

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή καθαρισμού νερού
整構造プログラミング せいこうぞうプログラミング

ουσιαστικό

  1. 01 δομημένος προγραμματισμός
整合寸法集合体 せいごうすんぽうしゅうごうたい

ουσιαστικό

  1. 01 σύνολο ρυθμιζόμενου μεγέθους
整数計画法 せいすうけいかくほう

ουσιαστικό

  1. 01 ακέραιος προγραμματισμός
整定時間 せいていじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος αποκατάστασης
整列併合用ファイル記述項 せいれつへいごうようファイルきじゅつこう

ουσιαστικό

  1. 01 περιγραφή αρχείου για ταξινόμηση και συγχώνευση
整列用ファイル せいれつようファイル

ουσιαστικό

  1. 01 αρχείο ταξινόμησης
整備済み製品 せいびずみせいひん

ουσιαστικό

  1. 01 ανακατασκευασμένο προϊόν
整域 せいいき

ουσιαστικό

  1. 01 ακέραια περιοχή, δακτύλιος χωρίς διαιρέτες του μηδενός