73 αποτελέσματα για «敵»

敵営 てきえい

ουσιαστικό

  1. 01 εχθρικό στρατόπεδο
敵性語 てきせいご

ουσιαστικό

  1. 01 εχθρική γλώσσα (ειδικότερα η αγγλική στην Ιαπωνία κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου)
敵わない かなわない

επίθετο

  1. 01 δεν ανταγωνίζομαι, δεν μπορώ να συναγωνιστώ, δεν είμαι της ίδιας κλάσης με, ανίσχυρος απέναντι σε
  2. 02 δεν αντέχω, δεν υποφέρω, αβάσταχτος, ανυπόφορος
  3. 03 αδυνατώ να κάνω, δεν μπορώ να κάνω, ακατόρθωτος
敵車 てきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκίνητο αντιπάλου (σε παιχνίδια αγώνων ταχύτητας), αντίπαλος οδηγός
敵に掛かる てきにかかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιτίθεμαι στον εχθρό
敵飛 てきひ

ουσιαστικό

  1. 01 αντίπαλος πύργος, αντίπαλη χίσα
敵歩 てきふ

ουσιαστικό

  1. 01 πιόνι του αντιπάλου
敵性戦闘員 てきせいせんとういん

ουσιαστικό

  1. 01 εχθρικός μαχητής
敵対的企業買収 てきたいてききぎょうばいしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εχθρική εξαγορά επιχείρησης
敵社 てきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστική εταιρεία, ανταγωνίστρια επιχείρηση
敵の急所は我が急所 てきのきゅうしょはわがきゅうしょ

άλλο

  1. 01 το κρίσιμο σημείο του εχθρού είναι και δικό σου κρίσιμο σημείο
敵人 てきじん

ουσιαστικό

  1. 01 εχθρός, αντίπαλος, εχθρική πλευρά (ιδιαίτερα σε μάχη)
  2. 02 αντίπαλος, συναγωνιστής (π.χ. σε έναν διαγωνισμό)
  3. 03 αντίδικος σε δικαστική διαμάχη
  1. 01 εχθρός
  2. 02 εχθρός, αντίπαλος
  3. 03 αντίπαλος