178 αποτελέσματα για «早»

早産 そうざん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόωρος τοκετός
早打ち はやうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γρήγορη πληκτρολόγηση
  2. 02 γρήγορο χτύπημα, γρήγορη τυμπανoκρουσία
早暁 そうぎょう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 αυγή, χαράματα
早上がり はやあがり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόωρη αποχώρηση (π.χ. από την εργασία, από ένα παιχνίδι)
  2. 02 εγγραφή στο δημοτικό σχολείο έναν χρόνο νωρίτερα από τους υπόλοιπους
早くも はやくも

επίρρημα

  1. 01 κιόλας, ήδη
  2. 02 το νωρίτερο, το συντομότερο
早出 はやで

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρώιμη αναχώρηση (για την εργασία)
  2. 02 πρωινή βάρδια
早咲き はやざき

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμη άνθιση, πρώιμη ανθοφορία
早生まれ はやうまれ

ουσιαστικό

  1. 01 γεννημένος μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 1ης Απριλίου (που καθορίζει την ημερομηνία έναρξης της σχολικής φοίτησης)
早押し はやおし

ουσιαστικό

  1. 01 γρήγορο πάτημα κουμπιού
早期退職 そうきたいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 πρόωρη συνταξιοδότηση
早引け はやびけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόωρη αποχώρηση από την εργασία ή το σχολείο
早よ はよ

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 νωρίς, γρήγορα, σύντομα
  2. 02 πρωί, πρώιμη ώρα, νωρίς μέσα στη μέρα
早期警戒 そうきけいかい

ουσιαστικό

  1. 01 έγκαιρη προειδοποίηση
早婚 そうこん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμος γάμος, σύναψη γάμου σε νεαρή ηλικία
早蕨 さわらび

ουσιαστικό

  1. 01 φρέσκα μπουμπούκια πτεριδίου
早立ち はやだち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρωινή αναχώρηση
早引き はやびき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόωρη αποχώρηση από την εργασία ή το σχολείο
  2. 02 γρήγορη αναζήτηση (σε λεξικό, ευρετήριο κ.λπ.)
早食い競争 はやぐいきょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 διαγωνισμός ταχυφαγίας
早起きは三文の徳 はやおきはさんもんのとく

άλλο

  1. 01 όποιος ξυπνάει νωρίς, βρίσκει το σκουλήκι
早稲 わせ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμο ρύζι
  2. 02 πρώιμος καρπός (δημητριακό κ.λπ.)
  3. 03 πρώιμα αναπτυγμένο άτομο (σωματικά ή πνευματικά)