91 αποτελέσματα για «曲»
曲悪 きょくあく
ουσιαστικό
- 01 κακία, πονηριά
曲がり尺 まがりがね
ουσιαστικό
- 01 γωνιόμετρο ξυλουργού
- 02 κοινό ιαπωνικό σάκου (μονάδα μέτρησης μήκους)
曲々 きょくきょく
άλλο, επίρρημα
- 01 ελικοειδής, στριφογυριστός, ζιγκ-ζαγκ
曲の無い きょくのない
άλλο
- 01 αδιάφορος, ανιαρός
曲げ易い まげやすい
επίθετο
- 01 εύκαμπτος, λυγιστός, ελαστικός
曲飲み きょくのみ
ουσιαστικό
- 01 κατανάλωση ποτού κατά την εκτέλεση ακροβατικού, κατανάλωση ποτού με παράδοξο τρόπο
曲球 きょっきゅう
ουσιαστικό
- 01 κυρτή μπαλιά, φαλτσαριστή μπαλιά
曲説 きょくせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη θεωρία
曲飛び きょくとび
ουσιαστικό
- 01 εντυπωσιακή βουτιά
曲線座標 きょくせんざひょう
ουσιαστικό
- 01 καμπυλόγραμμες συντεταγμένες
曲げ卩 まげわりふ
ουσιαστικό
- 01 ιδεόγραμμα (kanji) με το ριζικό «στρεβλή σφραγίδα» στα δεξιά (παραλλαγή του ριζικού 26)
曲げモーメント まげモーメント
ουσιαστικό
- 01 ροπή κάμψης
曲がった まがった
άλλο
- 01 λυγισμένος, καμπυλωμένος, στραβωμένος, ελικοειδής, στριμμένος
- 02 λοξός, στραβός
曲線近似圧縮 きょくせんきんじあっしゅく
ουσιαστικό
- 01 συμπίεση με προσέγγιση καμπύλης
曲線発生器 きょくせんはっせいき
ουσιαστικό
- 01 γεννήτρια καμπυλών
曲折アクセント きょくせつアクセント
ουσιαστικό
- 01 περισπωμένη
曲用 きょくよう
ουσιαστικό
- 01 κλίση (γραμματική)
曲 くせ
ουσιαστικό
- 01 κουσέ (μακρύ τμήμα ενός έργου νο που αποτελεί τη μουσική του κορύφωση)
- 02 λανθασμένος, ακατάλληλος, ανάρμοστος
曲鼻猿亜目 きょくびえんあもく
ουσιαστικό
- 01 στρεψίρρινοι (υποτάξη πρωτευόντων)
曲放 きょくひり
ουσιαστικό
- 01 μουσικός κλανιάρης, η παραγωγή διάφορων αστείων ήχων αερίων