99 αποτελέσματα για «楽»

楽部 がくぶ

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικό τμήμα (τμήμα της Υπηρεσίας Αυτοκρατορικής Αυλής)
楽天観 らくてんかん

ουσιαστικό

  1. 01 αισιόδοξη θεώρηση της ζωής, αισιοδοξία
楽才 がくさい

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικό ταλέντο
楽天主義者 らくてんしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αισιόδοξος
楽あれば苦あり らくあればくあり

άλλο

  1. 01 μετά την ηδονή έρχεται ο πόνος, δεν υπάρχει ευχαρίστηση χωρίς πόνο, δεν υπάρχει ρόδο χωρίς αγκάθι, αποδέχομαι τα καλά μαζί με τα κακά
楽日 らくび

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία ημέρα μιας παράστασης
楽日 らくじつ

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία ημέρα διοργάνωσης
楽界 がっかい

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικός κόσμος
楽寝 らくね

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνετη ανάπαυση ή ύπνος
楽屋話 がくやばなし

ουσιαστικό

  1. 01 παρασκηνιακή ιστορία, εμπιστευτική συζήτηση
楽器演奏者 がっきえんそうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικός εκτελεστής οργάνου
楽所 がくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος εκπαίδευσης γκαγκάκου (περίοδος Χεϊάν)
  2. 02 χώρος για την εκτέλεση μουσικών οργάνων
楽茶碗 らくぢゃわん

ουσιαστικό

  1. 01 χειροποίητο κεραμικό φλιτζάνι τσαγιού
楽焼き らくやき

ουσιαστικό

  1. 01 ρακουγιακι, χειροποίητα κεραμικά από πηλό με γλάσο μολύβδου που ψήνονται σε χαμηλές θερμοκρασίες, ειδικά αυτά που χρησιμοποιούνται στην τελετή του τσαγιού (πλασμένα με το χέρι)
楽変化天 らくへんげてん

ουσιαστικό

  1. 01 ράκουχενγκετέν, ο παράδεισος όπου απολαμβάνονται οι εκπορεύσεις, ένας από τους έξι ουρανούς του κόσμου της επιθυμίας
楽調 がくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικός τόνος
楽事 らくじ

ουσιαστικό

  1. 01 ευχάριστες συνθήκες
  2. 02 ευχάριστο γεγονός
楽律 がくりつ

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρο ή ρυθμός στην παραδοσιακή κινεζική και ιαπωνική μουσική
楽は苦の種、苦は楽の種 らくはくのたね、くはらくのたね

άλλο

  1. 01 η ευτυχία είναι η ρίζα της δυστυχίας και η δυστυχία είναι η ρίζα της ευτυχίας
楽箏 がくそう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαίος τύπος ιαπωνικής άρπας με 13 χορδές που χρησιμοποιείται στη μουσική γκαγκάκου