197 αποτελέσματα για «横»

横書き よこがき

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντια γραφή, γράψιμο κατά την οριζόντια κατεύθυνση
横揺れ よこゆれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οριζόντια δόνηση (ενός σεισμού)
  2. 02 πλευρικός κλυδωνισμός (πλοίου, αεροσκάφους κ.λπ.), λίκνισμα
横棒 よこぼう

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντια ράβδος, οριζόντια γραμμή
横臥 おうが

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλάγια κατάκλιση
横ばい よこばい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλάγια κίνηση (π.χ. ενός κάβουρα), πλάγιο βάδισμα
  2. 02 τζίτζικας των φύλλων (έντομο), γιασίδη
  3. 03 κροταλίας ο κερασφόρος (Crotalus cerastes)
  4. 04 σταθεροποίηση (τιμών κ.λπ.), εξισορρόπηση
横歩き よこあるき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλάγιο βάδισμα, πλάγια μετακίνηση
横紙破り よこがみやぶり

ουσιαστικό

  1. 01 ενέργεια ενάντια στη λογική, παράλογη συμπεριφορά
横死 おうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βίαιος (τραγικός ή τυχαίος) θάνατος, άδοξος θάνατος
横列 おうれつ

ουσιαστικό

  1. 01 τάξη (π.χ. στρατιωτών), οριζόντια γραμμή
横縞 よこじま

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντιες ρίγες, πλάγιες ρίγες
横軸 よこじく

ουσιαστικό

  1. 01 τετμημένη, οριζόντιος άξονας
  2. 02 οριζόντια κύλιση
横風 おうふう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αλαζονικός, υπεροπτικός
横飛び よことび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλάγιο άλμα, πλευρικό άλμα
  2. 02 τρέξιμο βιαστικά (με το σώμα σκυμμένο προς τα εμπρός)
横っちょ よこっちょ

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια, από το πλάι
横乳 よこちち

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρικό στήθος (το μέρος του γυναικείου στήθους που αποκαλύπτεται από το ρούχο)
横風 よこかぜ

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρικός άνεμος, πλάγιος άνεμος
横様 よこざま

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μοχθηρία, πλάγιος, παράλογος
横車を押す よこぐるまをおす

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιμένω παράλογα στην άποψή μου, επιβάλλω μια παράλογη ιδέα
横着者 おうちゃくもの

ουσιαστικό

  1. 01 τεμπέλης, αργόσχολος, φυγοπονών
横糸 よこいと

ουσιαστικό

  1. 01 υφάδι (οι εγκάρσιες κλωστές στον αργαλειό)