86 αποτελέσματα για «歌»

歌舞伎狂言 かぶききょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 θεατρικό έργο καμπούκι, δράμα καμπούκι
  2. 02 σενάριο καμπούκι
歌唱指導 かしょうしどう

ουσιαστικό

  1. 01 διδασκαλία τραγουδιού
歌会始 うたかいはじめ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική απαγγελία ποίησης της Πρωτοχρονιάς, ετήσια εκδήλωση ανάγνωσης τάνκα που πραγματοποιείται στα αυτοκρατορικά ανάκτορα
歌境 かきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ποιητική διάθεση, η διάθεση του ποιητή κατά τη συγγραφή
歌題 かだい

ουσιαστικό

  1. 01 τίτλος ποιήματος
歌舞伎舞踊 かぶきぶよう

ουσιαστικό

  1. 01 χορός καμπούκι
歌物 うたもの

ουσιαστικό

  1. 01 κομμάτι ουτάι (ψαλμωδία νο) για απαγγελία
  2. 02 συνοδευόμενο τραγούδι στο οποίο δίνεται έμφαση στο τραγούδι έναντι του οργανικού μέρους
歌意 かい

ουσιαστικό

  1. 01 το νόημα ενός τραγουδιού
  2. 02 το νόημα ενός τάνκα
歌詞集 かししゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή στίχων
歌い女 うたいめ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα που ψυχαγωγεί πελάτες με τραγούδι και χορό
歌い回し うたいまわし

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος ερμηνείας τραγουδιού
歌舞伎踊り かぶきおどり

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμος χορός καμπούκι
歌い鳥 うたいどり

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
歌かるた うたかるた

ουσιαστικό

  1. 01 ουτακαρούτα, παραδοσιακό παιχνίδι αντιστοίχισης που παίζεται με κάρτες πάνω στις οποίες είναι γραμμένες στροφές από ουάκα
歌いだし うたいだし

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος στίχος (ποιήματος), πρώτα μέτρα (μελωδίας)
歌格 かかく

ουσιαστικό

  1. 01 ποιητικό ύφος, ποιητικοί κανόνες
歌垣 うたがき

ουσιαστικό

  1. 01 συνάθροιση ανδρών και γυναικών που τραγουδούσαν ο ένας στον άλλον ερωτικά τραγούδια και χόρευαν, γιορτή με τραγούδι και χορό νέων ανδρών και γυναικών στην αρχαία Ιαπωνία (ουταγκάκι)
歌舞伎症候群 かぶきしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδρομο καμπούκι, σύνδρομο του μακιγιάζ καμπούκι
歌袋 うたぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 υφασμάτινη θήκη για χειρόγραφα ουάκα
  2. 02 φωνητικός σάκος
  3. 03 λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Φουτζιτάνι Μιτσούε (1798-1824)
歌人は居ながらにして名所を知る かじんはいながらにしてめいしょをしる

άλλο, ρήμα

  1. 01 οι ποιητές μπορούν να παραμένουν σε ένα μέρος και να γνωρίζουν παρ' όλα αυτά όλα τα διάσημα αξιοθέατα