67 αποτελέσματα για «止»

止痒薬 しようやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπρησμικό σκεύασμα, αντιπρησμικό φάρμακο
止痒剤 しようざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντικνησμώδες μέσο, αντικνησμώδες φάρμακο
止めネジ とめねじ

ουσιαστικό

  1. 01 κοχλίας συγκράτησης, βίδα ακινητοποίησης
止まない雨はない やまないあめはない

άλλο

  1. 01 μετά τη βροχή έρχεται η λιακάδα, όλα τα δύσκολα περνούν, δεν υπάρχει βροχή που να μην σταματά
止痛剤 しつうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αναλγητικό, παυσίπονο, κατασταλτικό, ηρεμιστικό, ανώδυνο
止観 しかん

ουσιαστικό

  1. 01 σιγκάν (Μοχέ Σιγκάν, βουδιστικό κείμενο του Γκουαντίνγκ, 594 μ.Χ.)
  1. 01 σταματώ
  2. 02 σταματώ