127 αποτελέσματα για «残»

残置 ざんち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμελημένος, αφήνω πίσω (για μελλοντική χρήση)
残塁 ざんるい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παίκτης που παραμένει στη βάση (στο μπέιζμπολ), αφήνω παίκτη στη βάση
  2. 02 οχυρό που έχει απομείνει, κατάλοιπο οχυρώματος
残忍酷薄 ざんにんこくはく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σκληρός, απάνθρωπος, βάναυσος, ειδεχθής
残酷非道 ざんこくひどう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 απανθρωπιά, θηριωδία, αποτρόπαια σκληρότητα
残部 ざんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 υπόλοιπο, απομεινάρι, το υπόλοιπο, ό,τι απομένει
  2. 02 αδιάθετα αντίτυπα, αποθέματα
残留農薬 ざんりゅうのうやく

ουσιαστικό

  1. 01 υπολείμματα φυτοφαρμάκων, κατάλοιπα αγροχημικών
残香 ざんこう

ουσιαστικό

  1. 01 υπολειπόμενο άρωμα, ίχνος αρώματος
残物 ざんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 απομεινάρι, υπολείμματα, περίσσευμα
残暑見舞い ざんしょみまい

ουσιαστικό

  1. 01 καρτ-ποστάλ με ευχές για το τέλος του καλοκαιριού (που αποστέλλεται από τις 8 Αυγούστου και μετά)
残席 ざんせき

ουσιαστικό

  1. 01 διαθέσιμες θέσεις (σε αεροπλάνο, λεωφορείο, κ.λπ.)
残高照会 ざんだかしょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος υπολοίπου (τραπεζικού λογαριασμού)
残菊 ざんぎく

ουσιαστικό

  1. 01 όψιμα χρυσάνθεμα
残材 ざんざい

ουσιαστικό

  1. 01 υπολειμματικό υλικό, περίσσευμα υλικού
残虐無道 ざんぎゃくむどう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 απανθρωπιά, αποτρόπαιη πράξη
残存者 ざんそんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επιζών, εναπομείνας
残痕 ざんこん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλοιπο, ίχνος
  2. 02 ουλή
残欠 ざんけつ

ουσιαστικό

  1. 01 θραύσμα (π.χ. έργων), ελλιπές σύνολο, ελλιπής κατάσταση
残品 ざんぴん

ουσιαστικό

  1. 01 απομένουν αποθέματα
残片 ざんぺん

ουσιαστικό

  1. 01 θραύσμα, υπόλειμμα
残基 ざんき

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλοιπο