100 αποτελέσματα για «比»

比較広告 ひかくこうこく

ουσιαστικό

  1. 01 συγκριτική διαφήμιση, διαφήμιση που συγκρίνει προϊόντα με εκείνα άλλων εταιρειών
比較条件 ひかくじょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 συνθήκη σύγκρισης
比較関係 ひかくかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 συγκριτική σχέση
比良八荒 ひらはっこう

ουσιαστικό

  1. 01 παγερός άνεμος που πνέει στη λίμνη Μπίβα γύρω στην εικοστή τέταρτη ημέρα του δεύτερου μήνα του σεληνιακού ημερολογίου
比例定数 ひれいていすう

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεστής αναλογίας, σταθερά αναλογίας
比況 ひきょう

ουσιαστικό

  1. 01 σύγκριση, παρομοίωση
比内地鳥 ひないじどり

ουσιαστικό

  1. 01 διασταύρωση κοτόπουλων χινάιντορι και ροντ άιλαντ ρεντ
比抵抗 ひていこう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική αντίσταση
比良八講 ひらはっこう

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστική τελετή αφιερωμένη στο Σούτρα του Λωτού που πραγματοποιείται επί τέσσερις ημέρες στον νομό Σίγκα, ξεκινώντας από την 24η ημέρα του δεύτερου μήνα του σεληνοηλιακού ημερολογίου (Χίρα Χάκκο)
比電荷 ひでんか

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό φορτίο
比例式 ひれいしき

ουσιαστικό

  1. 01 αναλογική έκφραση
比例税 ひれいぜい

ουσιαστικό

  1. 01 ανάλογος φόρος
比例中項 ひれいちゅうこう

ουσιαστικό

  1. 01 μέσος ανάλογος (δηλαδή γεωμετρικός μέσος)
比丘尼ん びくにん

ουσιαστικό

  1. 01 μπίκουνι (πλήρως χειροτονημένη βουδίστρια μοναχή)
比較発生学 ひかくはっせいがく

ουσιαστικό

  1. 01 συγκριτική εμβρυολογία
比較器 ひかくき

ουσιαστικό

  1. 01 συγκριτής
比較式 ひかくしき

ουσιαστικό

  1. 01 συγκριτική έκφραση
比較文字 ひかくもじ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας σύγκρισης
比抵抗計 ひていこうけい

ουσιαστικό

  1. 01 μετρητής ειδικής αντίστασης
比較行動学 ひかくこうどうがく

ουσιαστικό

  1. 01 ηθολογία