206 αποτελέσματα για «民»

民芸 みんげい

ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκή τέχνη, λαϊκή χειροτεχνία
民生用 みんせいよう

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτικός (χρήση)
民族大移動 みんぞくだいいどう

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη μετακίνηση λαών, η μαζική μετανάστευση φυλών στην Ευρώπη από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα μ.Χ.
民泊 みんぱく

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτική κατοικία που δέχεται προσωρινά ενοίκους
民事裁判 みんじさいばん

ουσιαστικό

  1. 01 αστική δίκη
民営 みんえい

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτική διαχείριση
民主主義者 みんしゅしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δημοκρατικός
民族浄化 みんぞくじょうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εθνοκάθαρση
民族精神 みんぞくせいしん

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικό πνεύμα, πνεύμα του έθνους
民族意識 みんぞくいしき

ουσιαστικό

  1. 01 εθνική συνείδηση
民族国家 みんぞくこっか

ουσιαστικό

  1. 01 εθνοκράτος
民兵組織 みんぺいそしき

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτοφυλακή, παραστρατιωτική οργάνωση
民譚 みんだん

ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκό παραμύθι, λαογραφία
民俗音楽 みんぞくおんがく

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακή μουσική
民団 みんだん

ουσιαστικό

  1. 01 οργανισμός ξένων κατοίκων
民衆化 みんしゅうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λαϊκοποίηση, εκλαϊκευση
民需 みんじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτική ζήτηση
民族自決 みんぞくじけつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοδιάθεση των λαών
民族宗教 みんぞくしゅうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 εθνική θρησκεία
民選 みんせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκλογή από τον λαό