108 αποτελέσματα για «決»

決闘者 けっとうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μονομαχητής, μονομάχος
決定論 けっていろん

ουσιαστικό

  1. 01 ντετερμινισμός, αιτιοκρατία
決め球 きめだま

ουσιαστικό

  1. 01 νικητήρια βολή
決まり手 きまりて

ουσιαστικό

  1. 01 κιμαριτέ, νικητήρια τεχνική, επίσημη νικητήρια τεχνική
決め手を欠く きめてをかく

άλλο, ρήμα

  1. 01 στερούμαι ατού, στερούμαι αδιάσειστων αποδείξεων
決算報告 けっさんほうこく

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικός απολογισμός
決闘状 けっとうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόκληση σε μονομαχία
決算期 けっさんき

ουσιαστικό

  1. 01 λογιστική περίοδος
決死行 けっしこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανάληψη δράσης παρά το ενδεχόμενο θανάτου, ενέργεια με πλήρη προετοιμασία για το ενδεχόμενο του θανάτου
決起会 けっきかい

ουσιαστικό

  1. 01 πάρτι έναρξης, εκδήλωση συσπείρωσης, συγκέντρωση εμψύχωσης
決定論的 けっていろんてき

επίθετο

  1. 01 ντετερμινιστικός, αιτιοκρατικός
決め所 きめどころ

ουσιαστικό

  1. 01 κρίσιμο σημείο
  2. 02 ιδανική στιγμή, χρυσή ευκαιρία
決答 けっとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σαφής απάντηση, κατηγορηματική απάντηση
決算日 けっさんび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα ισολογισμού, ημερομηνία κλεισίματος οικονομικών λογαριασμών
決河 けっか

ουσιαστικό

  1. 01 ποταμός που σπάει τα αναχώματά του
決議権 けつぎけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα ψήφου
決議文 けつぎぶん

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτό ψήφισμα
決定率 けっていりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό ευστοχίας (σε αθλήματα με μπάλα, π.χ. βόλεϊ, μπάσκετ, ποδόσφαιρο κ.λπ.)
  2. 02 ποσοστό επιτυχίας (ειδικά στον τομέα των επιχειρήσεων, π.χ. πωλήσεις)
決済手段 けっさいしゅだん

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος πληρωμής
決勝線 けっしょうせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή τερματισμού, γραμμή τέρματος