258 αποτελέσματα για «法»
法理 ほうり
ουσιαστικό
- 01 νομική αρχή
法の支配 ほうのしはい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κράτος δικαίου
法的根拠 ほうてきこんきょ
ουσιαστικό
- 01 νομική βάση
法会 ほうえ
ουσιαστικό
- 01 βουδιστική τελετή (όπως μνημόσυνο)
法界 ほっかい
ουσιαστικό
- 01 σύμπαν
- 02 πεδίο της σκέψης
- 03 θεμελιώδης αρχή της πραγματικότητας, εκδήλωση της αληθινής οντότητας
- 04 ζήλια για πράγματα που δεν αφορούν κάποιον, ζήλια για άλλους που είναι ερωτευμένοι μεταξύ τους
法具 ほうぐ
ουσιαστικό
- 01 τελετουργικά σκεύη
法政大学 ほうせいだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Χόσεϊ
法学者 ほうがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 νομικός, δικηγόρος, νομικός επιστήμονας
法性 ほっしょう
ουσιαστικό
- 01 χόσο (η φύση του ντάρμα, η αληθινή φύση όλων των εκδηλωμένων φαινομένων)
法体 ほったい
ουσιαστικό
- 01 ιερατική εμφάνιση, η εμφάνιση ενός βουδιστή μοναχού
- 02 διδασκαλίες του Βούδα, η κατάσταση του σύμπαντος κατά τη δημιουργία, στις διδασκαλίες της αγνής γης το όνομα του Αμιτάμπα ή προσευχές προς τον Αμιτάμπα, χειροτονία βουδιστή μοναχού
法相 ほうしょう
ουσιαστικό
- 01 υπουργός δικαιοσύνης
法相 ほっそう
ουσιαστικό
- 01 φύση των φαινομένων (τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όλων των εκδηλωμένων φαινομένων)
- 02 σχολή Χοσό του Βουδισμού
法的手段 ほうてきしゅだん
ουσιαστικό
- 01 νομικά μέσα, νομικές μέθοδοι, νομικά μέτρα
法曹 ほうそう
ουσιαστικό
- 01 νομικό επάγγελμα, δικαστικός λειτουργός, δικηγόρος, πληρεξούσιος
法輪 ほうりん
ουσιαστικό
- 01 διδασκαλία του Βούδα (όπως παρομοιάζεται με τον τροχό του Ντάρμα, αρχικά όπλο που έμοιαζε με τροχό και χρησιμοποιούνταν για την καταστροφή των δεινών της ανθρωπότητας), βουδιστικό δόγμα
法律学 ほうりつがく
ουσιαστικό
- 01 νομική επιστήμη
法学士 ほうがくし
ουσιαστικό
- 01 πτυχιούχος νομικής
法話 ほうわ
ουσιαστικό
- 01 βουδιστικό κήρυγμα
法的拘束力 ほうてきこうそくりょく
ουσιαστικό
- 01 νομική δεσμευτικότητα, νομικά δεσμευτική ισχύς
法式 ほうしき
ουσιαστικό
- 01 κανόνας, τελετουργικό