90 αποτελέσματα για «波»
波除け なみよけ
ουσιαστικό
- 01 κυματοθραύστης, λιμενοβραχίονας
波状熱 はじょうねつ
ουσιαστικό
- 01 μελιταίος πυρετός
波長計 はちょうけい
ουσιαστικό
- 01 κυματόμετρο
波枕 なみまくら
ουσιαστικό
- 01 κοίμηση κατά τη διάρκεια θαλάσσιου ταξιδιού, αποκοίμηση με τον ήχο της θάλασσας
波羅提木叉 はらだいもくしゃ
ουσιαστικό
- 01 πρατιμόκσα, οι κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά των βουδιστών μοναχών και μοναζουσών
波濤万里 はとうばんり
ουσιαστικό
- 01 μακρινές χώρες, ταξίδι σε μακρινές χώρες
波離間投げ はりまなげ
ουσιαστικό
- 01 πίσω ρίψη από τη ζώνη
波力 はりょく
ουσιαστικό
- 01 κυματική ενέργεια, κυματική δύναμη
波紋を投げ掛ける はもんをなげかける
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ αναστάτωση, προκαλώ αντιδράσεις
波磔 はたく
ουσιαστικό
- 01 οριζόντιες γραμμές (σε γραφή κλερικάλ) που καταλήγουν σε μια εμφανή τριγωνική ουρά
波布水母 はぶくらげ
ουσιαστικό
- 01 μέδουσα χαμπού (Chironex yamaguchii), χαμπού-κουράγκε
波乱曲折 はらんきょくせつ
ουσιαστικό
- 01 πολύπλοκη και ταραχώδης κατάσταση, περίπλοκες διακυμάνσεις και ανατροπές
波食 はしょく
ουσιαστικό
- 01 κυματική διάβρωση
波波迦 ははか
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική κερασιά (είδος Prunus grayana)
波形鋼板 はけいこうばん
ουσιαστικό
- 01 κυματοειδής χαλύβδινη λαμαρίνα, λαμαρίνα
波貝 なみがい
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό γαιοδούκι (Panopea japonica)
波江蛙 なみえがえる
ουσιαστικό
- 01 βάτραχος του Νάμιε (Limnonectes namiyei)
波線符号 はせんふごう
ουσιαστικό
- 01 περισπωμένη, σύμβολο τίλντε
波食棚 はしょくだな
ουσιαστικό
- 01 παραθαλάσσιο ράφι διάβρωσης, κυματογενές διάβρωτο επίπεδο, παράκτια αναβαθμίδα
波食台 はしょくだい
ουσιαστικό
- 01 παράκτια πλατφόρμα διάβρωσης, πλατφόρμα κυματικής διάβρωσης, παραλιακό διάβρωμα