85 αποτελέσματα για «洋»
洋紅 ようこう
ουσιαστικό
- 01 καρμίνιο, βαθύ κόκκινο
洋芥子 ようがらし
ουσιαστικό
- 01 μουστάρδα
洋種山牛蒡 ようしゅやまごぼう
ουσιαστικό
- 01 αμερικανική φυτολάκκα (Phytolacca americana)
洋装本 ようそうぼん
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο δεμένο με δυτικό τρόπο
洋生菓子 ようなまがし
ουσιαστικό
- 01 φρέσκο δυτικό γλυκό (συνήθως περιέχει κρέμα ή φρούτα, π.χ. παντεσπάνι, τάρτα)
洋舞 ようぶ
ουσιαστικό
- 01 δυτικός χορός
洋癖 ようへき
ουσιαστικό
- 01 εμμονή με τα δυτικά πράγματα, δυτικομανία
洋袴 ズボン
ουσιαστικό
- 01 παντελόνι
洋鵡 ようむ
ουσιαστικό
- 01 αφρικανικός γκρίζος παπαγάλος
洋白 ようはく
ουσιαστικό
- 01 γερμανικός άργυρος, νικελιούχος ορείχαλκος
洋パン ようパン
ουσιαστικό
- 01 ιερόδουλη που εξυπηρετεί δυτικούς
洋本 ようほん
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο δυτικής προέλευσης
洋上投票 ようじょうとうひょう
ουσιαστικό
- 01 ψηφοφορία εν πλω (ψήφοι που ρίχνονται σε εθνικές εκλογές από πληρώματα πλοίων και αποστέλλονται με φαξ)
洋藍 ようらん
ουσιαστικό
- 01 ινδικό
洋モク ようモク
ουσιαστικό
- 01 εισαγόμενο τσιγάρο, εισαγόμενος καπνός
洋灰 ようかい
ουσιαστικό
- 01 τσιμέντο
洋食化 ようしょくか
ουσιαστικό
- 01 δυτικοποίηση της διατροφής, δυτικοποίηση των διατροφικών συνηθειών
洋式便器 ようしきべんき
ουσιαστικό
- 01 δυτικού τύπου τουαλέτα
洋食屋 ようしょくや
ουσιαστικό
- 01 εστιατόριο δυτικού τύπου
洋食店 ようしょくてん
ουσιαστικό
- 01 εστιατόριο δυτικού τύπου