147 αποτελέσματα για «浮»

浮きつ沈みつ うきつしずみつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανεβοκατεβαίνω, αυξομειώνομαι
浮き草 うきくさ

ουσιαστικό

  1. 01 επιπλέον υδρόβιο φυτό
  2. 02 σπιρόδελα η πολυπίζα (Spirodela polyrhiza)
  3. 03 επισφαλής, ασταθής
浮木 ふぼく

ουσιαστικό

  1. 01 ξερόξυλα που επιπλέουν, ξυλεία που επιπλέει
浮き足 うきあし

ουσιαστικό

  1. 01 στάση στις μύτες των ποδιών, ασταθές βάδισμα
  2. 02 αναστάτωση, ανησυχία, ετοιμότητα για φυγή
  3. 03 υψηλή μεταβλητότητα (στην αγορά), έντονη διακύμανση
浮石 うきいし

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρόπετρα
  2. 02 χαλαρός βράχος, αστήρικτη πέτρα
  3. 03 αιωρούμενη ομάδα, ομάδα χωρίς βάση
浮華 ふか

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κούφια επίδειξη, επιπολαιότητα, ελαφρότητα
浮き名 うきな

ουσιαστικό

  1. 01 φήμη (για ερωτική σχέση), φήμες, ειδύλλιο, σκάνδαλο
  2. 02 κακή φήμη
浮体 ふたい

ουσιαστικό

  1. 01 πλωτό σώμα, πλωτή κατασκευή
浮世草子 うきよぞうし

ουσιαστικό

  1. 01 ουκιγιοζόσι, λογοτεχνικό είδος της περιόδου Έντο που απεικονίζει την καθημερινή ζωή της τάξης των εμπόρων
浮きドック うきドック

ουσιαστικό

  1. 01 πλωτή δεξαμενή
浮腰 うきごし

ουσιαστικό

  1. 01 αναποφάσιστος, ασταθής
  2. 02 ουκιγκόσι (ρίψη με ανασήκωμα του ισχίου στο τζούντο)
浮体式 ふたいしき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πλωτός τύπος (π.χ. αεροδρόμιο, υπεράκτια ανεμογεννήτρια)
浮城 ふじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πλωτό φρούριο, πολεμικό πλοίο
浮き桟橋 うきさんばし

ουσιαστικό

  1. 01 πλωτή προβλήτα
浮動小数点数 ふどうしょうすうてんすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός κινητής υποδιαστολής
浮塵子 うんか

ουσιαστικό

  1. 01 τζιτζικάκι των φυτών (οποιοδήποτε έντομο της οικογένειας Delphacidae), τζιτζικάκι των φύλλων
浮世風呂 うきよぶろ

ουσιαστικό

  1. 01 Λουτρά του εφήμερου κόσμου (χιουμοριστικό βιβλίο του Σικιτεϊ Σάνμπα)
浮動小数点 ふどうしょうすうてん

ουσιαστικό

  1. 01 κινητή υποδιαστολή
浮き草稼業 うきくさかぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 επισφαλές επάγγελμα, ασταθής εργασία, περιπλανώμενο επάγγελμα
浮氷 ふひょう

ουσιαστικό

  1. 01 παγόβουνο, πλεούμενος πάγος, παγοκάλυμμα