71 αποτελέσματα για «液»
液糖 えきとう
ουσιαστικό
- 01 υγρή ζάχαρη, σιρόπι
液体シャンプー えきたいシャンプー
ουσιαστικό
- 01 υγρό σαμπουάν
液体化 えきたいか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υγροποίηση, ρευστοποίηση
液相反応 えきそうはんのう
ουσιαστικό
- 01 αντίδραση υγρής φάσης
液相線 えきそうせん
ουσιαστικό
- 01 εκροή
液体水素 えきたいすいそ
ουσιαστικό
- 01 υγρό υδρογόνο
液クロ えきクロ
ουσιαστικό
- 01 υγρή χρωματογραφία
液体クロマトグラフィー えきたいクロマトグラフィー
ουσιαστικό
- 01 υγρή χρωματογραφία
液体のり えきたいのり
ουσιαστικό
- 01 υγρή κόλλα, υγρή συγκολλητική ουσία
液漏れ えきもれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαρροή υγρού (ειδικότερα μπαταρίας), διαρροή μπαταρίας
液
- 01 υγρό
- 02 υγρό
- 03 χυμός
- 04 χυμός
- 05 έκκριση