75 αποτελέσματα για «渡»

渡比 とひ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στις Φιλιππίνες, μετοίκηση στις Φιλιππίνες, μετανάστευση στις Φιλιππίνες
渡伊 とい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στην Ιταλία
渡加 とか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στον Καναδά
渡伯 とはく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στη Βραζιλία
渡豪 とごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στην Αυστραλία
渡瀬地鼠 わたせじねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή μυγαλί της Ρίου Κίου (Crocidura watasei), μυγαλί του Βατάσε
渡辺鉱 わたなべこう

ουσιαστικό

  1. 01 βαταναμπεΐτης
渡韓ごっこ とかんごっこ

ουσιαστικό

  1. 01 παραμονή στο σπίτι ή σε ξενοδοχείο με φίλους κατά την οποία οι συμμετέχοντες ασχολούνται με δραστηριότητες που σχετίζονται με τη Νότια Κορέα (π.χ. κατανάλωση κορεατικού φαγητού, ακρόαση K-pop, παρακολούθηση κορεατικών σειρών), προσομοίωση ταξιδιού στη Νότια Κορέα
渡航免状 とこうめんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαβατήριο
渡航先 とこうさき

ουσιαστικό

  1. 01 προορισμός (ταξιδιού με αεροπλάνο ή πλοίο)
渡航制限 とこうせいげん

ουσιαστικό

  1. 01 περιορισμοί ταξιδιού
渡宋 とそん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στη δυναστεία των Σονγκ στην Κίνα
渡瀬線 わたせせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή Βατάσε (βιογεωγραφικό όριο μεταξύ της παλαιαρκτικής και της ανατολικής ζωογεωγραφικής περιοχής)
渡渉場 としょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 περασιά
  1. 01 διέλευση
  2. 02 πέρασμα
  3. 03 πορθμείο
  4. 04 διασχίζω
  5. 05 εισάγω
  6. 06 παραδίδω
  7. 07 διάμετρος
  8. 08 μεταναστεύω