126 αποτελέσματα για «温»

温泉マーク おんせんマーク

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβολο που χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει θερμή πηγή (π.χ. σε χάρτη)
  2. 02 παραδοσιακού τύπου ξενοδοχείο ημιδιαμονής
温泉めぐり おんせんめぐり

ουσιαστικό

  1. 01 επίσκεψη σε πολλαπλές ιαματικές πηγές, περιήγηση σε ονσέν
温かい歓迎 あたたかいかんげい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 θερμή υποδοχή, εγκάρδιο καλωσόρισμα, θερμός χαιρετισμός
温度感覚 おんどかんかく

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση θερμοκρασίας, θερμοαντίληψη
温州みかん うんしゅうみかん

ουσιαστικό

  1. 01 μανταρίνι ουσουνσού (Citrus unshiu)
温海 あつみ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμή θάλασσα
温暖化防止 おんだんかぼうし

ουσιαστικό

  1. 01 πρόληψη της υπερθέρμανσης του πλανήτη
温暖湿潤気候 おんだんしつじゅんきこう

ουσιαστικό

  1. 01 εύκρατο υγρό κλίμα
温暖化現象 おんだんかげんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 φαινόμενο του θερμοκηπίου
温湿布 おんしっぷ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμό επίθεμα
温める ぬるめる

ρήμα

  1. 01 δροσίζω (νερό), κάνω λιγότερο ζεστό (π.χ. προσθέτοντας κρύο νερό)
温水洗浄便座 おんすいせんじょうべんざ

ουσιαστικό

  1. 01 τουαλέτα με μπιντέ και λειτουργία θέρμανσης νερού, κάθισμα τουαλέτας με πλύσιμο θερμού νερού
温覚 おんかく

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση της θερμότητας
温泉療法 おんせんりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 θεραπεία με ιαματικά λουτρά, ιαματική λουτροθεραπεία, βαλνεοθεραπεία
温泉浴 おんせんよく

ουσιαστικό

  1. 01 λουτρό σε θερμή πηγή
温泉芸者 おんせんげいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 γκέισα θερμών πηγών, γκέισα που εργάζεται σε θέρετρο θερμών πηγών
温熱療法 おんねつりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 θερμοθεραπεία
温良恭倹譲 おんりょうきょうけんじょう

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ευγενικός, υπάκουος, σεβαστικός, μετριόφρων και μετρημένος
温点 おんてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο θερμότητας, θερμό σημείο, εστία θερμότητας
温血動物 おんけつどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμόαιμο ζώο