118 αποτελέσματα για «満»

満願成就 まんがんじょうじゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκπλήρωση τάματος, πραγματοποίηση θερμής προσευχής
満床 まんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης κάλυψη κλινών (νοσοκομείο), μη διαθεσιμότητα κλινών (νοσοκομείο), χωρίς διαθεσιμότητα
満蒙 まんもう

ουσιαστικό

  1. 01 Μαντζουρία και Εσωτερική Μογγολία
満願 まんがん

ουσιαστικό

  1. 01 εκπλήρωση τάματος
満都 まんと

ουσιαστικό

  1. 01 παντού στην πρωτεύουσα (π.χ. Τόκιο), όλοι στην πρωτεύουσα
満車 まんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρως κατειλημμένος (για χώρο στάθμευσης)
満水 まんすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γεμάτος μέχρι το χείλος με νερό
満地 まんち

ουσιαστικό

  1. 01 που καλύπτει ολόκληρο το έδαφος
満票 まんぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 ομόφωνα
満ち干 みちひ

ουσιαστικό

  1. 01 παλίρροια, άμπωτη και πλημμυρίδα
満年齢 まんねんれい

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία (εκφρασμένη με τον δυτικό τρόπο μέτρησης των συμπληρωμένων ετών)
満一年 まんいちねん

ουσιαστικό

  1. 01 ένα ολόκληρο έτος
満州人 まんしゅうじん

ουσιαστικό

  1. 01 Μαντσού, κάτοικος της Μαντζουρίας
満額回答 まんがくかいとう

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης αποδοχή των μισθολογικών αιτημάτων των εργαζομένων
満州族 まんしゅうぞく

ουσιαστικό

  1. 01 μαντσού (λαός)
満天星 どうだんつつじ

ουσιαστικό

  1. 01 ενκιάνθος ο περουλάτος (είδος ανθοφόρου φυτού)
満目荒涼 まんもくこうりょう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ολόκληρη η φύση να είναι ζοφερή και έρημη, τοπίο που φαντάζει έρημο και εγκαταλελειμμένο όσο φτάνει το μάτι
満足が行く まんぞくがいく

άλλο, ρήμα

  1. 01 μένω ικανοποιημένος, βρίσκω κάτι ικανοποιητικό
満蒙開拓団 まんもうかいたくだん

ουσιαστικό

  1. 01 ιάπωνες άποικοι στη Μαντζουρία και την Εσωτερική Μογγολία
満を持す まんをじす

άλλο, ρήμα

  1. 01 τεντώνω το τόξο και είμαι σε ετοιμότητα, παραμονεύω για την κατάλληλη ευκαιρία, περιμένω υπομονετικά, περιμένω μέχρι να έρθει το πλήρωμα του χρόνου