77 αποτελέσματα για «滑»
滑らせる すべらせる
ρήμα
- 01 αφήνω να γλιστρήσει, γλιστρώ, ολισθαίνω
滑尺 かっしゃく
ουσιαστικό
- 01 κινητή μεσαία ταινία (κανόνα υπολογισμού), συρόμενη ταινία
滑面小胞体 かつめんしょうほうたい
ουσιαστικό
- 01 λείο ενδοπλασματικό δίκτυο
滑液包 かつえきほう
ουσιαστικό
- 01 ορογόνος θύλακας
滑昇風 かっしょうふう
ουσιαστικό
- 01 αναβατικός άνεμος
滑降風 かっこうふう
ουσιαστικό
- 01 καταβατικός άνεμος
滑ら鷺草 なめらさぎそう
ουσιαστικό
- 01 Χαμπενάρια η μακροπλοκαμοφόρος (είδος ορχιδέας των βάλτων)
滑道 かつどう
ουσιαστικό
- 01 κατρακύλισμα κορμών, αγωγός, αυλάκωση
滑膜肉腫 かつまくにくしゅ
ουσιαστικό
- 01 συνοβιακό σάρκωμα
滑翔 かっしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αιωρούμαι στον αέρα
滑猪口 ヌメリイグチ
ουσιαστικό
- 01 νουμεριιγκούτσι (είδος μύκητα, Suillus luteus)
滑稽画 こっけいが
ουσιαστικό
- 01 γελοιογραφία
滑空爆弾 かっくうばくだん
ουσιαστικό
- 01 κατευθυνόμενη βόμβα ολίσθησης
滑膜 かつまく
ουσιαστικό
- 01 αρθρικός υμένας, αρθρικό στρώμα, αρθρικός υμένας
滑瓢 ぬらりひょん
ουσιαστικό
- 01 νουραριχιόν, ασύλληπτο φάντασμα που μοιάζει με γέροντα με επιμήκες κεφάλι
滑つく ぬらつく
ρήμα
- 01 γλιστρώ, είμαι γλοιώδης
滑
- 01 ολισθηρός
- 02 γλιστράω
- 03 γλιστράω, ολισθαίνω
- 04 αποτυγχάνω σε εξετάσεις