78 αποτελέσματα για «漢»

漢字習熟度検定 かんじしゅうじゅくどけんてい

ουσιαστικό

  1. 01 τεστ επάρκειας κάντζι
漢熟検 かんじゅくけん

ουσιαστικό

  1. 01 εξετάσεις επάρκειας κάντζι
漢字直接入力 かんじちょくせつにゅうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 απευθείας εισαγωγή κάντζι (σε αντίθεση με τη μετατροπή κάνα-κάντζι)
漢文訓読文 かんぶんくんどくぶん

ουσιαστικό

  1. 01 κείμενο κανμπούν μεταφρασμένο σε λογοτεχνικά ιαπωνικά
漢文典 かんぶんてん

ουσιαστικό

  1. 01 λεξικό της γραμματικής και της χρήσης των κανμπούν
漢文法 かんぶんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματική της κανμπούν (κλασική κινεζική γραμματεία)
漢委奴国王印 かんのわのなのこくおういん

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσή σφραγίδα του βασιλιά της Να (εθνικός θησαυρός της Ιαπωνίας)
漢姓 かんせい

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικό επώνυμο, κινεζικό οικογενειακό όνομα
漢越語 かんえつご

ουσιαστικό

  1. 01 σινοβιετναμέζικη λέξη, βιετναμέζικη λέξη κινεζικής προέλευσης
漢字表記 かんじひょうき

ουσιαστικό

  1. 01 γραφή με κάντζι, αναπαράσταση με κινεζικούς χαρακτήρες, τρόπος γραφής (μιας λέξης) με κάντζι
漢点字 かんてんじ

ουσιαστικό

  1. 01 καντέντζι, σύστημα γραφής για τυφλούς που χρησιμοποιείται για την απόδοση των κάντζι
漢江の奇跡 ハンガンのきせき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 θαύμα του ποταμού Χαν (ταχεία οικονομική ανάπτυξη της Νότιας Κορέας μετά τον Πόλεμο της Κορέας)
漢心 からごころ

ουσιαστικό

  1. 01 θαυμασμός για τον κινεζικό πολιτισμό (σε αντίθεση με τον ιαπωνικό), το κινεζικό πνεύμα, η κινεζική ψυχή
漢辞海 かんじかい

ουσιαστικό

  1. 01 Καντζικάι (λεξικό κάντζι)
漢字源 かんじげん

ουσιαστικό

  1. 01 Καντζιγκέν (λεξικό χαρακτήρων που εκδίδεται από την Gakken)
漢光演習 かんこうえんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ασκήσεις Χαν Κουάνγκ (ετήσιες στρατιωτικές ασκήσεις των ενόπλων δυνάμεων της Ταϊβάν)
漢語大字典 かんごだいじてん

ουσιαστικό

  1. 01 Χάνιου Ντα Τζιντιάν (πολυτομικό λεξικό κινεζικών χαρακτήρων), Μεγάλο Λεξικό της Κινεζικής Γλώσσας
  1. 01 σινο-
  2. 02 Κίνα